ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ – Η ΘΥΣΙΑ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΧΑΡΑ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ – Η ΘΥΣΙΑ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΧΑΡΑ.

 

Ζαλούρα εἶναι τὰ παιδιά», μοῦ εἶπε μιὰ γυναίκα ποὺ τὰ εἶχε ὅλα. Βαριέται νὰ ἔχη παιδιά! Ὅταν μιὰ μάνα σκέφτεται ἔτσι, εἶναι ἕνα ἄχρηστο πράγμα, γιατὶ οἱ μανάδες κανονικὰ ἔχουν ἀγάπη. Μπορεῖ μιὰ κοπέλα, πρὶν κάνη οἰκογένεια, νὰ τὴν ξυπνᾶ ἡ μάνα της στὶς δέκα ἡ ὥρα τὸ πρωί. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅμως ποὺ θὰ γίνη μάνα καὶ θὰ ἔχη νὰ ταΐζη τὸ παιδί της, νὰ τὸ πλένη, νὰ τὸ καθαρίζη, δὲν κοιμᾶται οὔτε τὴν νύχτα, γιατὶ παίρνει μπρὸς ἡ μηχανή. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη θυσία, δὲν γκρινιάζει, δὲν βαριέται· χαίρεται. Ὅλη ἡ βάση ἐκεῖ εἶναι, νὰ ὑπάρχη πνεῦμα θυσίας. Αὐτὴ ἡ γυναίκα ἂν ἔλεγε «Θεέ μου, πῶς νὰ Σὲ εὐχαριστήσω; Δὲν μοῦ ἔδωσες μόνον παιδιὰ ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἀγαθά… Πόσοι ἄνθρωποι δὲν ἔχουν τίποτε καὶ ἐγὼ ἔχω τόσα σπίτια, ἔχω καὶ ἀπὸ τὸν πατέρα μου περιουσία, ὁ ἄνδρας μου παίρνει μεγάλο μισθό, βγάζω καὶ δυὸ μισθοὺς ἀπὸ τὰ ἐνοίκια, καὶ δὲν ταλαιπωροῦμαι! Πῶς νὰ Σὲ εὐχαριστήσω, Θεέ μου; Δὲν τὰ ἄξιζα ἐγὼ αὐτὰ τὰ πράγματα», ἂν σκεφτόταν ἔτσι, θὰ ἔφευγε μὲ τὴν δοξολογία ἡ κακομοιριά. Καὶ μόνο δηλαδὴ ἂν εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ μέρα-νύχτα, θὰ ἦταν ἀρκετό.

Αὐτὴν τὴν χαρὰ τῆς θυσίας δὲν τὴν γεύονται σήμερα οἱ ἄνθρωποι, γι᾿ αὐτὸ εἶναι βασανισμένοι. Δὲν ἔχουν ἰδανικὰ μέσα τους· βαριοῦνται ποὺ ζοῦν. Ἡ λεβεντιά, ἡ αὐταπάρνηση, εἶναι ἡ κινητήρια δύναμη στὸν ἄνθρωπο. Ἂν δὲν ὑπάρχη αὐτὴ ἡ δύναμη, ὁ ἄνθρωπος εἶναι βασανισμένος. Παλιά, στὰ χωριὰ πήγαιναν τὴν νύχτα νὰ ἀνοίξουν ἀθόρυβα κανέναν δρόμο, χωρὶς νὰ τοὺς δῆ κανείς, γιὰ νὰ τοὺς συγχωρᾶνε, ὅταν πεθάνουν. Τώρα σπάνια συναντᾶς αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας. Ἔβλεπα καὶ ἐκεῖ στὸ Ὄρος σὲ μιὰ λιτανεία τοὺς μοναχούς· περνοῦσαν κοντὰ ἀπὸ μιὰ βάτο καὶ σκάλωναν τὰ ἐπανωκαλύμμαυχά τους σ’ ἕνα κλωνάρι. Κανεὶς δὲν τὸ ἔσπασε, γιὰ νὰ διευκολύνη καὶ τοὺς ἄλλους· ὅλοι ἔσκυβαν, γιὰ νὰ μὴ σκαλώσουν. Μετάνοια στὴν βάτο ἔβαζαν; Νὰ ἦταν τοὐλάχιστον ἡ Ἁγία Βάτος, θὰ ταίριαζε! Ἀλλὰ καθένας λέει: «Ἂς τὸ τακτοποιήση ὁ ἄλλος καὶ ἐγὼ ἂς κάνω τὴν δουλειά μου». Μὰ γιατί νὰ μὴν τὸ κάνης ἐσύ, ἀφοῦ τὸ εἶδες πρῶτος; Ἔτσι κάνουν οἱ κοσμικοὶ ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεό. Τί νὰ τὴν κάνω τέτοια ζωή; Χίλιες φορὲς νὰ πεθάνω. Σκοπὸς εἶναι ὁ καθένας νὰ σκέφτεται τὸν ἄλλον, τὸν πόνο τοῦ ἄλλου.

Ἔχει χάσει πιὰ τὸν ἔλεγχο ὁ κόσμος. Ἔχει φύγει τὸ φιλότιμο, ἡ θυσία, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Σᾶς ἔχω πεῖ μερικὲς φορὲς τότε μὲ τὴν κήλη σὲ τί κατάσταση ἤμουν ἐκεῖ στὸ Καλύβι… Ὅταν χτυποῦσε κάποιος τὸ καμπανάκι στὴν πόρτα, ἔβγαινα νὰ τοῦ ἀνοίξω, ἀκόμη καὶ μέσα στὰ χιόνια. Ἂν ὁ ἄλλος εἶχε σοβαρὰ προβλήματα, ἐνῶ προηγουμένως ἤμουν πεσμένος στὸ κρεββάτι, τότε οὔτε κἂν αἰσθανόμουν ὅτι πονοῦσα ἐγώ. Ἔπαιρνα καὶ νὰ τὸν κεράσω, καὶ μὲ τὸ ἕνα χέρι κερνοῦσα καὶ μὲ τὸ ἄλλο χέρι κρατοῦσα τὴν κήλη. Ὅση ὥρα συζητοῦσα, οὔτε κἂν ἀκουμποῦσα πουθενά, ἐνῶ πονοῦσα πολύ, γιὰ νὰ μὴν καταλάβη ὁ ἄλλος ὅτι πονάω. Ὅταν ἔφευγε ἐκεῖνος, σωριαζόμουν πάλι κάτω ἀπὸ τὸν πόνο. Δὲν εἶναι ὅτι προηγουμένως εἶχε περάσει ὁ πόνος, ὅτι εἶχα γίνει καλὰ μὲ θαῦμα, ἀλλὰ καταλάβαινα τὸν ἄλλον ποὺ πονοῦσε καὶ ξεχνοῦσα τὸν δικό μου πόνο. Τὸ θαῦμα γίνεται, ὅταν συμμετέχη κανεὶς στὸν πόνο τοῦ ἄλλου. Ὅλη ἡ βάση εἶναι τὸν ἄλλον νὰ τὸν νιώσης ἀδελφὸ καὶ νὰ τὸν πονέσης. Αὐτὸς ὁ πόνος συγκινεῖ τὸν Θεὸ καὶ κάνει τὸ θαῦμα. Γιατὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ποὺ νὰ συγκινῆ τὸν Θεὸ ὅσο ἡ ἀρχοντιά, δηλαδὴ ἡ θυσία. Ἀλλὰ στὴν ἐποχή μας σπανίζει ἡ ἀρχοντιά, γιατὶ μπῆκε ἡ φιλαυτία, τὸ συμφέρον. Σπάνια βρίσκεται κανένας ἄνθρωπος νὰ πῆ: «Ἂς δώσω τὴν σειρά μου στὸν ἄλλον καὶ ἂς καθυστερήσω ἐγώ». Λίγες εἶναι αὐτὲς οἱ ψυχὲς οἱ εὐλογημένες ποὺ σκέφτονται τὸν ἄλλον. Ἀκόμη καὶ στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους ὑπάρχει ἕνα ἀντίθετο πνεῦμα, τὸ πνεῦμα τῆς ἀδιαφορίας.

 

Τὸ καλὸ εἶναι καλό, μόνον ὅταν αὐτὸς ποὺ τὸ κάνει θυσιάζη κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ὕπνο, ἀνάπαυση κ.λπ. Γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστὸς «ἐκ τοῦ ὑστερήματος…» (1). Ὅταν εἶμαι ξεκούραστος καὶ κάνω τὸ καλό, αὐτὸ δὲν ἔχει ἀξία. Ὅταν ὅμως εἶμαι κουρασμένος καὶ ζητᾶ κάποιος π.χ. νὰ τοῦ δείξω τὸν δρόμο, καὶ τὸ κάνω, τότε ἔχει ἀξία. Ἤ, ὅταν εἶμαι χορτάτος ἀπὸ ὕπνο καὶ πάω νὰ ξενυχτήσω μὲ κάποιον ποὺ χρειάζεται βοήθεια, αὐτὸ δὲν ἔχει μεγάλη ἀξία. Ἐὰν μοῦ ἀρέση μάλιστα καὶ ἡ κουβέντα, μπορεῖ νὰ τὸ κάνω, γιὰ νὰ χαρῶ τὴν συντροφιά, νὰ διασκεδάσω λίγο. Ἐνῶ, ὅταν εἶμαι κουρασμένος καὶ κάνω μιὰ θυσία, γιὰ νὰ βοηθήσω τὸν ἄλλον, αἰσθάνομαι παραδεισένια χαρά. Τότε ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ μὲ βομβαρδίζει!

 

Ὅταν κανεὶς βαριέται ὄχι μόνο νὰ κάνη μιὰ ἐξυπηρέτηση, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ κάνη μιὰ δουλειὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του, αὐτὸς κουράζεται καὶ μὲ τὴν ξεκούραση. Ἕνας ποὺ βοηθάει, ξεκουράζεται μὲ τὴν κούραση. Αὐτὸς ποὺ ἔχει πνεῦμα θυσίας, ἂν δῆ λ.χ. κάποιον ποὺ δὲν ἔχει σωματικὲς δυνάμεις νὰ δουλεύη καὶ νὰ κουράζεται, θὰ τοῦ πῆ «κάτσε λίγο νὰ ξεκουρασθῆς», καὶ θὰ κάνη ἐκεῖνος τὴν δουλειά. Ὁ ἀδύναμος θὰ ξεκουρασθῆ σωματικά, ὁ ἄλλος ὅμως θὰ νιώση πνευματικὴ ξεκούραση. Ὅ,τι κάνει κανείς, νὰ τὸ κάνη μὲ τὴν καρδιά του, ἀλλιῶς δὲν ἀλλοιώνεται πνευματικά. Ὅ,τι γίνεται μὲ τὴν καρδιά, δὲν κουράζει. Ἡ καρδιὰ εἶναι σὰν μιὰ μηχανὴ ποὺ φορτίζεται· ὅσο δουλεύει, τόσο φορτίζεται. Βλέπεις, τὰ ἁλυσοπρίονα, ὅταν βροῦν κούτσουρο μαλακό, κάνουν «βρού…» καὶ σταματοῦν· ὅταν ὅμως βροῦν κούτσουρο γερό, ζορίζονται ἐκεῖ πέρα, φορτίζονται καὶ δουλεύουν. Καὶ ὄχι μόνο στὸ νὰ δίνουμε, ἀλλὰ καὶ ὅταν πρόκειται νὰ πάρουμε κάτι, νὰ μὴ σκεφτώμαστε τὸν ἑαυτό μας, καὶ νὰ κοιτᾶμε πάντα τί ἀναπαύει καὶ τὴν ἄλλη ψυχή. Νὰ μὴν ὑπάρχη μέσα μας ἀπληστία, νὰ μὴν ἔχουμε τὸν λογισμὸ ὅτι δικαιούμαστε νὰ πάρουμε ὅσα θέλουμε, καὶ ἂς μὴ μείνη τίποτε γιὰ τὸν ἄλλον.

 

Μὰ στὴν πνευματικὴ ζωὴ ὅλη ἡ βάση ἐκεῖ εἶναι. Καὶ ξέρεις τί χαρὰ νιώθει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν θυσιάζεται; Δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράση τὴν χαρὰ ποὺ νιώθει. Ἡ ἀνώτερη χαρὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν θυσία. Μόνον ὅταν θυσιάζεται, συγγενεύει μὲ τὸν Χριστό, γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι θυσία. Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ᾿δῶ ζῆ τὸν Παράδεισο ἢ τὴν κόλαση. Ὅποιος κάνει τὸ καλό, ἀγάλλεται, διότι ἀμείβεται μὲ θεϊκὴ παρηγοριά. Ὅποιος κάνει τὸ κακό, ὑποφέρει.