Άγιοι Αλέξανδρος και Αντωνίνα: Γιορτάζεται η μνήμη τους στις 10 Ιουνίου. Ο συγκλονιστικός βίος, η μεταμφίεση που έσωσε την Αγία και η Θεία Δίκη που τιμώρησε τον διώκτη τους.
Τη μνήμη των Αγίων Αλεξάνδρου και Αντωνίνης τιμά σήμερα, 10 Ιουνίου, η Εκκλησία μας. Η Αγία μάρτυς Αντωνίνα ήταν μία Χριστιανή παρθένος, η οποία αποτελούσε τηλαυγή αστέρα της κωμόπολης Καρδάμου (ή Κροδάμου), όπου και γεννήθηκε.
Προικισμένη με εξωτερική και εσωτερική ομορφιά, ζούσε με εγκράτεια και σεμνότητα, ενώ διέθεσε όλες τις δυνάμεις και τις οικονομίες της στη διακονία, την περίθαλψη και την ανακούφιση των πτωχών και δυστυχισμένων συνανθρώπων της.
Η σύλληψη και το θαύμα στον οίκο ανοχής
Η χριστιανική της διαγωγή καταγγέλθηκε στον έπαρχο Φύστο, ο οποίος τη συνέλαβε και την ανέκρινε. Η Αντωνίνα, με ακατάβλητο φρόνημα και θεία υπερηφάνεια, ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό και κάλεσε μάλιστα τον έπαρχο να μετανοήσει και να βαπτιστεί Χριστιανός. Απογοητευμένος ο έπαρχος, επειδή όλες του οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό και γνωρίζοντας ότι η Αγία έδινε μεγάλη βαρύτητα στην παρθενική της τιμή, διέταξε να την ρίξουν σε έναν οίκο ανοχής για να την ταπεινώσει.
Η θερμή προσευχή της παρθένου, όμως, προκάλεσε τρομερό σεισμό στο κτήριο αυτό, με αποτέλεσμα οι ίδιες οι γυναίκες που βρίσκονταν εκεί να τρομάξουν και να την διώξουν. Ο Φύστος τη συνέλαβε ξανά και την έκλεισε σε άλλο καταφύγιο.
Η αυτοθυσία του Αγίου Αλεξάνδρου
Τότε, ένας 23χρονος Χριστιανός στρατιώτης ονόματι Αλέξανδρος, αποφάσισε να ρισκάρει τη ζωή του για να τη σώσει. Παρουσιάστηκε στο οίκο ανοχής ως δήθεν πελάτης για να μην κινήσει υποψίες και, μόλις κλείστηκε στο δωμάτιο μαζί της, της είπε: «Μη φοβάσαι, αδελφή, ο Θεός με έστειλε να σε σώσω». Της έδωσε τον στρατιωτικό του μανδύα και τα ρούχα του, κι εκείνη δραπέτευσε κρύβοντας το πρόσωπό της, χωρίς οι φρουροί να καταλάβουν το παραμικρό.
Όταν ο έπαρχος Φύστος ανακάλυψε την απάτη, εξοργίστηκε και διέταξε την άμεση σύλληψη και των δύο.
Το φρικτό μαρτύριο και η Θεία Δίκη
Παρά το νεαρό της ηλικίας τους –καθώς η Αντωνίνα ήταν μόλις 20 ετών και ο Αλέξανδρος 23– οι δύο Άγιοι στάθηκαν μπροστά στον δικαστή με αξιοθαύμαστο σθένος. Μετά την απολογία τους, ο έπαρχος διέταξε τον άγριο βασανισμό τους. Αφού τους ακρωτηρίασαν κόβοντας τα χέρια και τα πόδια τους, οι δήμιοι τους έριξαν μέσα σε έναν λάκκο, τους περιέλουσαν με πίσσα και τους παρέδωσαν στις φλόγες, σκεπάζοντάς τους μάλιστα με χώμα για να μην απομείνει τίποτα από τα σώματά τους. Ήταν το έτος 313 μ.Χ.
Η εκκλησιαστική παράδοση διασώζει ότι η θεία δίκη πρόλαβε αμέσως τον έπαρχο Φύστο για τη σκληρότητά του. Λίγο μετά το μαρτύριο των Αγίων, παρέλυσε, έχασε το φως και τη λαλιά του, και μετά από επτά ημέρες φρικτών πόνων πέθανε, γεγονός που συγκλόνισε την περιοχή.
Η σύναξή τους τελείται στη μονή του Μαξιμίνου στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυλάσσονται και τα τίμια λείψανό τους.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ξυνωρὶς ἡ ἁγία τῶν Μαρτύρων ὑμνείσθω μοί, σὺν τῷ εὐκλεεῖ Ἀλεξάνδρω, Ἀντωνίνα ἡ πάνσεμνος· ἀγάπη γὰρ καὶ πίστει εὐσεβεῖ, ἐκλάμψαντες ἐν ἄθλοις ἱεροίς, ἰαμάτων ἐφαπλούσι μαρμαρυγᾶς, τοὶς ποθῶ ἀνακράζουσα δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι’ ὑμῶν, πάσιν ἰάματα
Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οἱ Μάρτυρες σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῶν Μαρτύρων ἔλαμψεν, ἡ ἀξιέπαινος μνήμη, ἦν πιστοί τελέσωμεν, καὶ ἀνυμνήσωμεν πιστῶς, ἐν ἐπὶ γνώσει κραυγάζοντες, Σὺ τῶν Μαρτύρων, Χριστὲ τὸ κραταίωμα.
Έτερον Κοντάκιον
Ἦχς β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τοὺς ἐν Χριστῷ, πνευματικοὺς ὁμαίμονας, καὶ ἐν ὁδοῖς, τῆς εὐσεβείας σύμφρονας, τὸν θεόφρονα Ἀλέξανδρον, σὺν Ἀντωνίνῃ μακαρίσωμεν· τοὺς ἄθλους γὰρ ἐκείνων καὶ τὰ στίγματα, ὡς μύρον εὐωδίας προσεδέξατο, ὁ τούτους δοξάσας ὡς ηὐδόκησε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὦ Ἀλέξανδρε Ἀθλητά· χαίροις Ἀντωνίνα, νύμφη ἄμωμε τοῦ Χριστοῦ· γνώμῃ γὰρ τελείᾳ, ἐχθροῦ τὰς μεθοδείας, ἀθλητικῇ δυνάμει, κατηδαφίσατε.
Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Δυὰς ἡ θαυμαστή, τῶν σεπτῶν Ἀθλοφόρων, ἐνέγκασα στερρῶς, τὴν πυρὰν τῶν βασάνων, ἐν δόξῃ παρίσταται, τῇ Τριάδι πρεσβεύουσα, χάριν ἔλεος, καὶ ἱλασμὸν τῶν πταισμάτων, τοῖς τὴν ἔνδοξον, αὐτῆς γεραίρουσι μνήμην, δοθῆναι ἐν πνεύματι.
