Απόκριες: Τα Έθιμα και οι Παραδόσεις σε όλη την Ελλάδα – Καραγκούνικος Γάμος, Μπουρανί, Γάμος του Κουτρούλη, Αλευρομουτζουρώματα
Το greekaffair σας παρουσιάζει τα ήθη και τα έθιμα της Αποκριάς και της Καθαράς Δευτέρας, έτσι όπως γιορτάζονται στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Απόκριες: Η ετυμολογία της λέξης «αποκριά» προέρχεται από το βυζαντινό «αποκρέω», που σημαίνει αποχή από το κρέας. Ακριβώς την ίδια ερμηνεία έχει και η λατινική λέξη «Καρνεβάλε», από όπου προέρχεται το γνωστό σε όλους «καρναβάλι».
Με βαθιές ρίζες στην ελληνική παράδοση, οι Απόκριες προέρχονται από τη Θράκη και αποδίδονται στη λατρεία του θεού Διονύσου, που στην αρχαία Ελλάδα ήταν ο θεός του κρασιού, του κεφιού, της ζωής και της αναπαραγωγής. Ο Διόνυσος, σύμφωνα με την παράδοση, είχε μαζί του τους Σάτυρους και τους Σελινούς, οι οποίοι έβαζαν στα κεφάλια τους στεφάνι από κισσό, φόραγαν μάσκες και ντύνονταν με δέρματα ζώων. Κατά τις λατρευτικές τελετές που διοργανώνονταν προς τιμήν του, οι λάτρεις του, ζαλισμένοι από το κρασί, χυδαιολογούσαν, θορυβούσαν και χόρευαν. Οι Διονυσιακές γιορτές συμβόλιζαν την εποχή που η γη ξυπνά από τη χειμερία νάρκη και αν γεννάται, γι’ αυτό τελούνταν προς το τέλος του χειμώνα, με σκοπό να σηματοδοτήσουν τον ερχομό της άνοιξης.
Προσωπεία που φόραγαν οι αρχαίοι Έλληνες κατά τη διάρκεια των λατρευτικών τελετών προς τιμήν του θεού Διονύσου.
Τον 2ο αιώνα μ.Χ. οι γιορτές αυτές εισήχθησαν στη Ρώμη και ονομάστηκαν «Σατουρνάλια», προς τιμήν του Σατούρνου, δηλαδή του Κρόνου, και ο εορτασμός τους ξεκινούσε στα μέσα του Δεκέμβρη. Αρχικά τελούνταν θυσίες στον ναό του θεού, ακολουθούσε γεύμα και διάφορες λαϊκές εκδηλώσεις. Κατά τη διάρκεια των γιορτών αυτών υπήρχε πλήρης κατάλυση των κοινωνικών κανόνων, οι δούλοι ελευθερώνονταν, μπορούσαν και διακωμωδούσαν τους αφέντες τους, φόραγαν τα ρούχα τους κ.λπ. Από τους δούλους εκλέγονταν δια κλήρου ένας βασιλιάς που κυβερνούσε προσωρινά τον παράλογο και ανάποδο κόσμο της Αποκριάς, που συμβόλιζε τη Χρυσή Εποχή του Κρόνου, όπου όλοι οι άνθρωποι ήταν ίσοι.
Αυτή η παράδοση τελικά εξαπλώθηκε και σε άλλα μέρη του κόσμου. Αργότερα, όταν εμφανίστηκε ο χριστιανισμός, αν και οι άνθρωποι σταμάτησαν να λατρεύουν τους θεούς του Ολύμπου, οι συνήθειες των Ελλήνων να μεταμφιέζονται και να γιορτάζουν στους δρόμους παρέμειναν.
Μια φορά τον χρόνο, τα καρναβάλια συμβαίνουν σε πολλές πόλεις και χωριά της χώρας μας. Στην πραγματικότητα η Αποκριά, που ονομάζεται και Τριώδιο, διαρκεί τρεις εβδομάδες ξεκινώντας 60 μέρες πριν το Πάσχα. Το τέλος της Αποκριάς είναι η πρώτη μέρα της Σαρακοστής, δηλαδή η Καθαρά Δευτέρα.
Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών, γιορτές και εκδηλώσεις οργανώνονται παντού και οι άνθρωποι διασκεδάζουν πολύ, και κυρίως τα παιδιά. Οι μικροί και μεγάλοι μεταμφιέζονται με αστεία κουστούμια, χορεύουν, τραγουδούν και παρακολουθούν παρελάσεις καρναβάλων, καθώς και άλλες δραστηριότητες που οργανώνονται από τους δήμους όλων σχεδόν των πόλεων της Ελλάδας.
Η Κυριακή της Αποκριάς είναι η μέρα της Παρέλασης των Καρναβάλων. Η παρέλαση αποτελείται από ομάδες μεταμφιεσμένων ανθρώπων, χορευτών και αρμάτων. Το θέμα κάθε άρματος είναι διαφορετικό, ενώ τα περισσότερα διακωμωδούν με ομοιοκατάληκτες στροφές τις καταστάσεις και τα γεγονότα, παριστάνοντας πολιτικούς καθώς και την ζωή της ελληνικής κοινωνίας εν γένει αλλά και διεθνή γεγονότα.
Μεγάλη παρέλαση καρναβάλων που κατακλύζουν τους δρόμους των πόλεων την Κυριακή της Αποκριάς. Αργότερα το απόγευμα οι άνθρωποι θα μαζευτούν στην κεντρική πλατεία για φαγητό, ποτό και χορό. Αυτό σηματοδοτεί και το τέλος της παρέλασης. Το τελευταίο γεγονός θα είναι το κάψιμο του Βασιλιά Καρνάβαλου σε μια μεγάλη φωτιά όπου όλοι θα χορεύουν γύρω της. Κάποιες φορές υπάρχουν απλές φωτιές που ονομάζονται «φάνι», και οι άνθρωποι τραγουδούν σατυρικά τραγούδια και χορεύουν παραδοσιακούς χορούς.
Καρναβάλι σημαίνει χορός, ποτό, μασκάρεμα, σάτιρα, γλέντι και ξεφάντωμα. Όπου κι αν βρίσκεται κανείς στην Ελλάδα αυτή την εποχή το συναντά. Παρά το υπερθέαμα που προσφέρει, η τήρηση των εθίμων της κάθε περιοχής είναι εκείνη που το καθιστά περισσότερο ενδιαφέρον, με την εμφάνιση λαογραφικών στοιχείων να είναι πρόδηλη σε κάθε γωνιά της χώρας. Οι μεγαλύτερες εστίες του συναντώνται στην Πάτρα με το φημισμένο Πατρινό Καρναβάλι, στη Ξάνθη με το Ξανθιώτικο Καρναβάλι που αποτελεί πόλο έλξης ως το μεγαλύτερο καρναβάλι των Βαλκανίων, στην Πλάκα των Αθηνών και στη Θήβα με τον ξακουστό «βλάχικο» γάμο, έθιμο που τελείται ακόμα και σήμερα.
Ο «ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ» ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΤΡΙΚΑΛΩΝ
Στα Μεγάλα Καλύβια του νομού Τρικάλων, κάθε χρόνο την Καθαρά Δευτέρα και για παραπάνω από έναν αιώνα, γίνεται αναπαράσταση του παραδοσιακού καραγκούνικου γάμου
Στα Μεγάλα Καλύβια, του νομού Τρικάλων, κάθε χρόνο την Καθαρά Δευτέρα και για παραπάνω από έναν αιώνα, γίνεται αναπαράσταση του παραδοσιακού καραγκούνικου γάμου. Παρουσιάζεται όλη η ιεροτελεστία του γάμου ενός καραγκούνικου ζευγαριού, όπως αυτός γινόταν μέχρι και τη δεκαετία του 1960–70 στα Μεγάλα Καλύβια και σε όλα τα καραγκουνοχώρια της Δυτικής Θεσσαλίας.
Προτού ξεκινήσει ο γάμος, γίνονται τα αρραβωνιάσματα (σιβάσματα) του ζευγαριού – κανονικά γίνονταν τουλάχιστον ένα χρόνο πριν – αλλά παρουσιάζονται μαζί με το γάμο για την οικονομία του χρόνου. Στην πλατεία του χωριού γίνονται τα στέφανα και ακολουθεί ο παραδοσιακός γαμήλιος χορός. Δύο πομπές συναντιούνται στην πλατεία για το μυστήριο του… γάμου: Η μία του γαμπρού, που καταφθάνει πρώτος, και η άλλη της νύφης, που έρχεται από το Κονάκι, το ανακαινισμένο διώροφο τούρκικο διοικητήριο που αποτελεί την έδρα του Εκπολιτιστικού Λαογραφικού Ομίλου Καλυβίων (ΕΛΟΚ). Ο γαμπρός – αφού τον έχουν ξυρίσει δημόσια και υπό τους ήχους παραδοσιακών τραγουδιών – είναι ντυμένος με φουστανέλα και οι συγγενείς του με παραδοσιακές φορεσιές του παρελθόντος (σκούτινα, παντελόνια, γιλέκα κ.λπ.).
Η νύφη – στο ρόλο της συνήθως κάποιος νεαρός άνδρας – φοράει την παραδοσιακή νυφιάτικη καραγκούνικη φορεσιά, την οποία για να φορέσει ολόκληρη χρειάζονται κάμποσες ώρες. Ιδιαίτερα το δέσιμο και το στόλισμα του κεφαλομάντηλου χρειάζονται αρκετή ώρα και επιδεξιότητα. Τα παλαιότερα χρόνια κυκλοφορούσε κι ένα κάρο γεμάτο με τα προικιά της νύφης, που οι βλάμηδες έπαιρναν από το σπίτι της και τα μετέφεραν στο σπίτι του γαμπρού.
Η όλη διαδικασία των αρραβωνιασμάτων και του γάμου παρουσιάζεται ως παρωδία – κωμωδία, με έξυπνες ατάκες, άφθονο χιούμορ και πολλές φορές «ακατάλληλες» χειρονομίες και κινήσεις που προκαλούν το γέλιο των παρευρισκόμενων. Την παράσταση «κλέβει» τις περισσότερες φορές ο ψευτοπαπάς με την παπαδιά του, που εισέρχονται στην πλατεία με μία μηχανή μεγάλου κυβισμού ή με κάποιο άλλο ασυνήθιστο μεταφορικό μέσο.
Οι θεατές – ανάμεσα στους Μεγαλοκαλυβιώτες και πολλοί επισκέπτες – παρακολουθούν αρχικά όλα τα δρώμενα και κατόπιν πιάνονται στον μεγάλο κύκλο του χορού και χορεύουν, υπό τους ήχους του κλαρίνου, παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια της Θεσσαλίας και όχι μόνο.
Νωρίτερα, έχουν γευτεί την παραδοσιακή φασολάδα, που τους έχει προσφερθεί δωρεάν μαζί με κρασί, από μέλη του πολιτιστικού συλλόγου ΕΛΟΚ και άλλους εθελοντές Μεγαλοκαλυβιώτες. Οι μάγειροι βάζουν όλη τη δεξιοτεχνία τους για να γίνει νόστιμη η φασολάδα, αφού η ποσότητά της ανέρχεται σε εκατοντάδες μερίδες. Η φασολάδα μαγειρεύεται λόγω Σαρακοστής, ενώ είναι γνωστό ότι το πιο συνηθισμένο φαγητό του γάμου ήταν πληγούρι, δηλαδή χοντροκομμένο βρασμένο σιτάρι με πρόβατο.
Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι, ακόμα και με αντίξοες καιρικές συνθήκες, το έθιμο της αναπαράστασης πραγματοποιείται πάση θυσία.
Το έθιμο του “Μπουρανί” στο Τύρναβο

Ίσως πρόκειται για το πλέον «προχωρημένο» έθιμο της Αποκριάς, που μπορεί να μας κάνει να κοκκινίσουμε από πουριτανισμό και αμηχανία, αν είμαστε σεμνότυφοι και συντηρητικοί, ή να μας κάνει να ξεκαρδιστούμε στα γέλια και να διασκεδάσουμε με την καρδιά μας, αν είμαστε άνετοι με τις σόκιν καταστάσεις.
Αυτό είναι το έθιμο του “Μπουρανί”, που την Καθαρή Δευτέρα προσκαλεί μικρούς και μεγάλους στον Τύρναβο, σε ένα ξεφάντωμα κεφιού, όπου, μέσα από μια παράδοση από την αρχαία Ελλάδα, σπάει τα ταμπού, αναβιώνει τη Διονυσιακή λατρεία και γιορτάζει την Αποκριά, αποθεώνοντας… τους φαλλούς!
Επί της ουσίας, το “Μπουρανί” είναι η γιορτή του φαλλού και συμβολίζει την αναπαραγωγή και την ευτεκνία. Το έθιμο ορίζει – θα το διαπιστώσετε αν πάτε την Καθαρή Δευτέρα στον Τύρναβο – τους άντρες να κρατούν στα χέρια τους φαλλούς, σαν σκήπτρα, φτιαγμένους από ξύλο ή πηλό, και να περιφέρονται στους δρόμους και τις πλατείες.
Οι ρίζες του εθίμου χάνονται στο χρόνο, αλλά τα πρώτα στοιχεία για την τέλεσή του εμφανίζονται το 1898 και υπάρχουν δύο εκδοχές.
Η πρώτη αναφέρει ότι οι ρίζες του βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα και σε γιορτές όπως τα Διονύσια, τα Αφροδίσια και τα Θεσμοφόρια. Το ποτό έρεε άφθονο και οι «άσεμνες» πράξεις και συνευρέσεις εξυμνούνταν κατά τη διάρκεια των Βακχικών τελετών.
Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει ότι οι Τυρναβίτες πήγαιναν στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία σε μορφή πομπής, έστρωναν στο δρόμο διάφορα φαγητά και μια φιάλη σε σχήμα φαλλού με κρασί. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, «νικητής» ήταν αυτός που θα μεθούσε περισσότερο και «στεφόταν» από τους κατοίκους Βασιλιάς της Αποκριάς.
Σύμβολο του Τυρναβίτικου καρναβαλιού ήταν και παραμένει ο φαλλός. Τεράστιες κατασκευές, σε διαφορετικά χρώματα, είτε από πηλό είτε από πλαστικό ή σε μορφή μπαλονιών, «έντυναν» ανέκαθεν την εκδήλωση και τους εορτασμούς. Όσο κι αν προσπάθησαν κάποιοι να λογοκρίνουν το πανηγύρι, οι κάτοικοι αντιδρούσαν και συνέχιζαν τους εορτασμούς, προσθέτοντας την παρέλαση από μεγάλα άρματα, με θέματα εμπνευσμένα από τις παραδόσεις αλλά και από την επικαιρότητα. Όλες οι εκδηλώσεις κορυφώνονται την Καθαρή Δευτέρα.
Το έθιμο των φανών στην Κοζάνη

Ο Φανός ανάβει κατά τις 8 το βράδυ της Μεγάλης Αποκριάς, κι αμέσως ξεκινούν το τραγούδι κι ο χορός γύρω του. Το κέφι αρχίζει να ανεβαίνει σιγά-σιγά και, καθώς το κρασί και οι παραδοσιακές κοζανίτικες πίτες -τα γνωστά «κιχί»- κυκλοφορούν και ζεσταίνουν πνεύμα και πόδια, οι κύκλοι γύρω απ’ το βωμό μεγαλώνουν και πληθαίνουν. Τα τραγούδια διαδέχονται το ένα το άλλο, άλλοτε γρήγορα και πολυφωνικά, και άλλοτε βαριά, μονότονα, σε χρόνο αργό και συρτό. Ακούγονται τραγούδια της αγάπης και του έρωτα, και ορισμένα εμπνευσμένα από τα κατορθώματα των κλεφτών κατά την Επανάσταση. Επίσης άλλα τραγούδια που είναι σκωπτικά και διακωμωδούν άνδρες και γυναίκες και μερικά που είναι μόνο για μεγάλους τα λεγόμενα ‘’ξινέντροπα’’ όπως τα λένε στην Κοζάνη. Είναι πολύ αθυρόστομα και τραγουδιούνται αργά το βράδυ, «τις ώρες δηλαδή που τα παλιά τα χρόνια οι γυναίκες με τα παιδιά επέστρεφαν στα σπίτια τους».
Στο τραγούδι των φανών κυρίαρχος είναι ο ρόλος του κορυφαίου τραγουδιστή, ο οποίος τραγουδά συγκεκριμένα τραγούδια που λέγονται μόνο στο εορταστικο δωδεκαήμερο και την Κυριακή της Μεγάλης Αποκριάς. Οι παρευρισκόμενοι σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω από τη φωτιά και τον κορυφαίο τραγουδιστή και με ρυθμικό τρόπο επαναλαμβάνουν τα λόγια του υπό το χτύπημα των χεριών τους. Την Κυριακή της Αποκριάς ανάβουν ταυτόχρονα και οι δεκαπέντε φανοί της πόλης με τον δήμαρχο να δίνει το έναυσμα της γιορτής με το άναμμα του φανού στην κεντρική πλατεία όπου ο ίδιος υπό τους ήχους των πνευστών και χάλκινων θα χορέψει και τον πιο γνωστό αποκριάτικο σκοπό της περιοχής το περίφημο «εντεκα». Σε ότι αφορά την καταγωγή του εθίμου, πολλοί μελετητές της λαογραφίας υποστηρίζουν την άμεση σύνδεσή του με τις αρχαίες διονυσιακές γιορτές, και τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια. Οι αλλαγές που έχει υποστεί το έθιμο κατά την διάρκεια του χρόνου του έχει προσδώσει περισσότερη αίγλη και έχει αγαπηθεί από χιλιάδες επισκέπτες που φθάνουν στην Κοζάνη έστω για μια φορά να τραγουδήσουν τα ερωτικά και τα «βρώμικα» τραγούδια των φανών και να χορέψουν υπό τους ήχους των χάλκινων γύρω από την φωτιά.
Άμφισσα: Τα στοιχειά της Χάρμαινας

Οι θρύλοι για τα «στοιχειά» έχουν μεγάλη διάδοση στην περιοχή. Λέγεται πως τα «στοιχειά» αποτελούν ψυχές σκοτωμένων ανθρώπων ή ζώων που τριγυρίζουν στην περιοχή. Το σπουδαιότερο στοιχειό που είναι συνδεδεμένο με την παράδοση είναι το στοιχειό της «Χάρμαινας».
Τότε που τα παραμύθια ήτανε ακόμα αλήθεια, ζούσε στην Άμφισσα ένα παλικάρι, ο Κωνσταντής. Ήτανε ένας όμορφος, ψηλός και περήφανος νέος, αλλά πάνω απ’ όλα ειλικρινής και ντόμπρος. Δούλευε στο βυρσοδεψείο του θείου του, στη Χάρμαινα. Μοχθούσε καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, αλλά δεν τον ένοιαζε, ούτε η σκληρή δουλειά, ούτε η φτώχεια. Αγαπούσε την Λενιώ και ήταν ευτυχισμένος.
Η Λενιώ, ήταν όμορφη, καλοσυνάτη νέα, χωρίς κανένα ψεγάδι πάνω της. Βοηθούσε στ΄ αμπέλια και στα ελαιόδεντρα που είχε ο πατέρας της. Ήταν μοναχοθυγατέρα και ανεκτίμητη για τους γονείς της. Αγαπούσε τον Κωνσταντή και λαχταρούσε να τον συναντήσει, στο Κάστρο της Ωριάς. Οι δύο νέοι ήταν ερωτευμένοι και έπλαθαν όνειρα για το μέλλον τους. Η ζωή απλωνόταν μπροστά τους και τους χαμογελούσε. Πίστευαν ότι τίποτα δεν μπορούσε, να τους αρπάξει την ευτυχία τους.
Ένα πρωί ο Κωνσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουργα δέρματα και έφυγε από την πόλη. Έπρεπε να παραδώσει τα εμπορεύματα και ν΄ αγοράσει εργαλεία, απαραίτητα για την δουλειά του. Περιόδευε από πόλη σε πόλη κι από χωριό σε χωριό για βδομάδες και οι παραγγελίες των δερμάτων ολοένα αυξανόταν. Όλες του οι προσπάθειες, δεν πήγανε στράφι και μετά από κάμποσο καιρό γύρισε στην Άμφισσα μ’ ένα δαχτυλίδι για την αγαπημένη του. Έτρεξε ανυπόμονα στο σπίτι της Λενιώς για να την ζητήσει, από τον πατέρα της, σε γάμο. Πλησιάζοντας τον ‘‘ζώσανε τα φίδια’’, γιατί το σπίτι έστεκε αλλόκοτο. Ήταν αμπαρωμένο και μια σκιά θανάτου πλανιόταν στον αέρα.
Έμαθε από τους γείτονες και τον καρδιακό του φίλο Γιάννο, τον απρόσμενο θάνατο της αγαπημένης του. Η Λενιώ, είχε πάει στην Πηγή της Χάρμαινας, για να γεμίσει την στάμνα της δροσερό νερό. Ξαφνικά, χάλασε ο καιρός και άρχισαν να πέφτουν αστραπές και κεραυνοί. Μια καταρρακτώδης βροχή πλημμύρισε τους χωματόδρομους. Άρχισε να σουρουπώνει, ερημιά, ψυχή δεν φαινόταν τριγύρω. Ήταν μόνη της κάτω από τα γέρικα πλατάνια. Ο αέρας φυσούσε με μανία και τίποτα δεν άφηνε όρθιο. Δεν πρόλαβε να φύγει. Ένας κεραυνός τη χτύπησε και σωριάστηκε εκεί, στην πηγή τους, μ’ ένα φρεσκοκομμένο ματσάκι γιασεμί, να ανεμίζει στα μακριά μαλλιά της.
Οι γονείς της Λενιώς, βουτήχτηκαν σε λύπη βαθιά. Μη μπορώντας ν’ αντέξουν το θάνατο της μονάκριβης θυγατέρας τους, πούλησαν το βιο τους, κακήν κακώς και πήραν των ομματιών τους και έφυγαν από την πόλη.
Η λύπη και ο πόνος τρύπωσαν στην καρδιά του Κωνσταντή. Ένιωθε ανήμπορος, μπρος στο θάνατο, μετέωρος. Δεν μπόρεσε να αντέξει τον άδικο χαμό της αγαπημένης του και ράγισε η καρδιά του. Την άλλη μέρα, βρήκαν το άψυχο σώμα του κάτω από το Κάστρο της πόλης. Η όψη του ήταν γαλήνια και ένα αχνό χαμόγελο, διαγραφόταν στο πρόσωπό του. Πίστευε ότι η ψυχή του θα ενωνόταν με την αγαπημένη του Λενιώ. Έτσι, θα μπορούσε μα την έχει για πάντα κοντά του, χωρίς να φοβάται ότι θα πάψει να την αγαπάει. Η θρησκεία δεν τον δέχτηκε στην αγκαλιά της και καταδικάστηκε να περιπλανιέται. Από τότε, ο Κωνσταντής στοίχειωσε και καταφεύγει στο λημέρι του, την Πηγή της Χάρμαινας. Μοιρολογεί για τα νιάτα που δεν έζησε, θρηνεί για την αγάπη που έχασε.
Το Στοιχείο της Χάρμαινας, ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια. Είχε άγριο και φριχτό παρουσιαστικό. Φύλαγε την Πηγή της Χάρμαινας, που δούλευαν οι ταμπάκηδες της πόλης και τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά της περιοχής. Γιατί, τους αγαπούσε τους βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους. Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς, ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο ουρλιαχτό πόνου.
Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριο του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Μαζί με τα ουρλιαχτά ακούγονταν και περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από αλυσίδες.
Ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της Λενιώς, από το πατρικό του και από τα σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και γεμάτοι φόβο, προσεύχονταν στο Θεό να τους φυλάει.
Στην Άμφισσα τότε, εκτός από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα στοιχειά. Το καθένα από αυτά, προστάτευε κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα κα. Πολλές φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα. Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η πάλη γινόταν στην Χάρμαινα, κάτω από τα πλατάνια και τα πεύκα. Οι Αμφισσιώτες φοβόνταν και δεν ‘‘έβγαζαν μύτη’’ κατά την διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των στοιχειών.
Μετά από τα τριπλάσια χρόνια της ηλικίας του Κωνσταντή και της Λενιώς μαζί, το Στοιχειό της Χάρμαινας, ησύχασε, καταλάγιασε. Έπαψε να φοβίζει τους ανθρώπους. Φαίνεται, ότι ο Θεός το συγχώρησε.
Το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς αναβιώνει στην Άμφισσα ο θρύλος του «στοιχειού». Από τη συνοικία Χάρμαινα, όπου βρίσκονται τα παλιά Ταμπάκικα, και τα σκαλιά του Αη Νικόλα κατεβαίνει το «στοιχειό» και μαζί ακολουθούν νεράιδες, ξωτικά, σκιάχτρα και άλλα αλλόκοτα πλάσματα.
«Αλευρομουτζουρώματα» στο Γαλαξιδι

Αυτό το έθιμο διατηρείται από το 1801. Εκείνα τα χρόνια, παρόλο που το Γαλαξίδι τελούσε υπό την τουρκική κατοχή, όλοι οι κάτοικοι περίμεναν τις Αποκριές για να διασκεδάσουν και να χορέψουν σε κύκλους.
Υπήρχε ένας κύκλος για τις γυναίκες και ένας για τους άντρες. Φορούσαν μάσκες ή απλώς έβαφαν τα πρόσωπά τους με κάρβουνο. Στη συνέχεια προστέθηκε το αλεύρι, το λουλάκι, το βερνίκι των παπουτσιών και η ώχρα. Στο μουντζούρωμα συμμετέχουν όλοι, ανεξαιρέτως ηλικίας.
Ο “βλάχικος γάμος” της Θήβας

Κάθε Καθαρή Δευτέρα γίνεται αναπαράσταση του Βλάχικου Γάμου. Είναι ένα έθιμο που έχει τις ρίζες περίπου στο 1830, μετά την απελευθέρωση των ορεινών περιοχών. Οι Βλάχοι, δηλαδή οι τσοπάνηδες από τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Ρούμελη, εγκατέλειψαν τότε την άγονη γη τους και βρήκαν γόνιμο έδαφος νοτιότερα.
Η γιορτή ξεκινά την Τσικνοπέμπτη, συνεχίζεται την Κυριακή το απόγευμα με το χορό των συμπεθέρων και το προξενιό στην κεντρική πλατεία της πόλης. Την επόμενη γίνονται τα αρραβωνιάσματα του ζευγαριού, η παράδοση των προικιών, το ξύρισμα γαμπρού και το στόλισμα της νύφης.
Το έθιμο της Σκύρου ο «Γέρος και την Κορέλα»

Με την αρχή του Τριωδίου και κάθε Σαββατοκύριακο των ημερών της Αποκριάς, το έθιμο της Σκύρου θέλει τον «Γέρο» και την «Κορέλα» να βγαίνουν στους δρόμους, προσφέροντας μια ξεχωριστή εικόνα των ημερών.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κάποτε ένας γέρος με τη γυναίκα του είχαν λίγα κατσίκια. Μια νύχτα του χειμώνα έπεσε στο βουνό χιόνι και άγρια παγωνιά, και όλα τα ζώα τους πέθαναν. Απελπισμένος, ο γέρος βοσκός ζώστηκε τα κουδούνια και τα τομάρια των πεθαμένων ζώων του και, μαζί με τη γυναίκα του (Κορέλα), κατέβηκαν μέχρι τη Χώρα. Οι χτύποι των κουδουνιών έφεραν στους συγχωριανούς το μήνυμα της καταστροφής.
Ο Γέρος φοράει άσπρο μάλλινο παντελόνι, φαρδύ από το γόνατο και πάνω (το τυπικό παντελόνι των βοσκών του νησιού), άσπρες κάλτσες που στερεώνει κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες, σανδάλια με πλεχτά δερμάτινα λουριά και μαύρη κάπα, την οποία φοράει ανάποδα, ώστε το τριχωτό μέρος να είναι προς τα έξω. Μέσα από την κάπα στερεώνει κουρέλια στην πλάτη, δημιουργώντας μια ψεύτικη καμπούρα. Στη μέση του δένει 2–3 σειρές κουδούνια, το βάρος των οποίων μπορεί να φτάσει έως και τα 50 κιλά. Τα κουδούνια δεν είναι όλα ίδια: άλλα είναι μικρά, άλλα μεγάλα, με διαφορετικό σχέδιο και ήχο.
Η μεταμφίεση ολοκληρώνεται με τη “μουτσούνα”, τη μάσκα που αποτελεί ολόκληρο το τομάρι ενός μικρού κατσικιού και φοριέται με την τριχωτή πλευρά προς τα έξω. Όταν στερεωθεί καλά η μάσκα, η οποία έχει δύο μικρές τρύπες για τα μάτια, φοριέται η κουκούλα της κάπας. Στο τέλος, αφού βάλει ένα ωραίο μαντίλι στο λαιμό, στολισμένο με τα πρώτα ανοιξιάτικα λουλούδια, ο Γέρος παίρνει τη γκλίτσα του και είναι έτοιμος να βγει στους δρόμους.
Το έθιμο του «Μακαρούνα» της Καρύστου

Σύμφωνα με την παράδοση ο «Μακαρούνας» ήταν ένας άντρας με πολύ ανεπτυγμένη σεξουαλική δράση που προφανώς οφείλονταν σε ανάλογες ικανότητες. Δεν άφηνε καμία γυναίκα παραπονεμένη. Όλες είχαν περάσει από τα χέρια του. Ανύπαντρες, παντρεμένες, χήρες και ζωντοχήρες, νέες, μεσόκοπες και γριές κι όλες είχαν να λένε μόνο καλά λόγια για τις επιδόσεις του. Ήρθε όμως η τελευταία Κυριακή της αποκριάς όπου σύμφωνα με τα έθιμα της Καρύστου φτιάχνουν ζυμαρικά (μακαρούνες). Ο «Μακαρούνας» έφαγε τόσο πολύ που έσκασε. Μέγας θρήνος ανάμεσα στο γυναικείο πληθυσμό.
Κάθε Καθαρή Δευτέρα λοιπόν μια ομάδα από καρναβαλιστές φτιάχνει το πτώμα του «Μακαρούνα», ένα σκιάχτρο με παλιά ρούχα παραγεμισμένα με άχυρα ή κουρέλια πάνω σε ένα πρόχειρο φορείο. Για να τονίσουν το κωμικό μέρος του εθίμου φροντίζουν να έχει μια τεράστια κοιλιά από το πολύ φαΐ κι ένα τεράστιο πέος να βγαίνει μέσα από το ξεκούμπωτο παντελόνι.
Αφού ετοιμάσουν τον νεκρό ετοιμάζονται και οι «γυναίκες» που θα τον μοιρολογήσουν. Ακολουθούν την πομπή στην οποία προηγείται ο παπάς και οι ψαλτάδες που ψέλνουν νεκρώσιμα μεν, αλλά παραλλαγμένα με πολύ καυστικό τρόπο, πίνοντας και οδυρόμενοι. Στη συνέχεια στήνεται τρικούβερτο γλέντι. Χορεύουν κρατώντας το «νεκρό» ψηλά και πίνοντας μέχρι τελικής πτώσεως.
Χέι και κοντοσούβλι γίγας στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας

Οι Απόκριες στην Αμφίκλεια ξεκινούν με το παραδοσιακό άναμμα της φωτιάς, το γνωστό χέι, τόσο στις γειτονιές του χωριού όσο και το μεγάλο χέι στην πάνω Πλατεία. Πρόκειται για ένα διονυσιακό κατάλοιπο με χορό μασκαράδων, συνοδεία τούμπανου και καραμούζας.
Την Κυριακή της Αποκριάς, οι κάτοικοι ετοιμάζουν το γνωστό κοντοσούβλι, μήκους 120 μέτρων και με περισσότερα από 800 κιλά κρέας, το οποίο κάθε χρόνο αφιερώνουν με χιούμορ σε επίσημους ή στην παρέα τους. Το μεσημέρι στήνεται ένα τρικούβερτο γλέντι, όπου συμμετέχουν ντόπιοι και προσκεκλημένοι.
Την Καθαρά Δευτέρα, μετά το πέταγμα του χαρταετού, το γλέντι συνεχίζεται στην Κάτω Πλατεία της Αμφίκλειας με παραδοσιακή φασολάδα, λαγάνα και άλλα σαρακοστιανά. Ο χορός συνοδεύεται από τούμπανο, καραμούζα, πίπιζες και νταούλια, προσφέροντας σε όλους μια ζωντανή και κεφάτη εμπειρία των αποκριάτικων παραδόσεων του χωριού.
Κουδουναραίοι Διστόμου: Καθαρά Δευτέρα με ένα πανάρχαιο διονυσιακό γλέντι με φασολάδα και κρασί

Ιδιαίτερα θορυβώδης είναι η Αποκριά στο Δίστομο, με το πανάρχαιο διονυσιακό έθιμο των «Κουδουναραίων», που περιλαμβάνει αυτοσχέδια δρώμενα, τραγούδι και άφθονη επίκαιρη και καυτή σάτιρα.
Οι τραγόμορφοι Κουδουναραίοι είναι ένα έθιμο τριάντα αιώνων στην περιοχή του Διστόμου Βοιωτίας, με διονυσιακές ρίζες. Συνίσταται στην περιφορά ανθρώπων – αρχικά νέων και τα τελευταία χρόνια και νέων γυναικών – ντυμένων με προβιές ζώων και ζωσμένων με μεγάλες κουδούνες στη μέση τους. Με τον εκκωφαντικό κτύπο των κουδουνιών προσπαθούν, συμβολικά, να ξυπνήσουν τη φύση, καθώς τελειώνει ο χειμώνας και αρχίζει η άνοιξη. Στην κορυφή των μαγκούρων τους φέρουν φύλλα ελιάς, που συμβολίζουν την επερχόμενη άνοιξη.
Τα αυτοσχέδια τραγούδια τους, με αθυρόστομη γλώσσα και αναφορές στην παράδοση του Αριστοφάνη, δίνουν μια άκρως επιθεωρησιακή «παράσταση εν κινήσει». Τα θέματα που θίγουν κάθε χρόνο εμπνέονται από την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.
Η εντυπωσιακή παρουσία των Κουδουναραίων ολοκληρώνεται με το καθιερωμένο «τολμηρό» τραγούδι τους, μπροστά στους θεατές, που προκαλεί γέλιο, έκπληξη και ενθουσιασμό.
Το έθιμο «Τζαμάλες» στα Γιάννινα

Το παραδοσιακό λαϊκό έθιμο βασίζεται στην αρχέγονη πίστη στη δύναμη της φωτιάς και αναβιώνει σε όλες τις συνοικίες της πόλης. Μέσα σε έναν κύκλο από ψιλή άμμο, με διάμετρο 4–6 μέτρα, τοποθετούνται μεγάλα κούτσουρα από κορμούς δέντρων, τα οποία ανάβονται αμέσως μετά τον εσπερινό της Κυριακής της Αποκριάς. Η φωτιά καίει μέχρι το πρωί της Καθαρής Δευτέρας και γύρω της στήνεται ένα ολονύκτιο γλέντι με χορό, τραγούδι, κρασί και ζεστή φασολάδα. Χοροί και κλαρίνα δίνουν νότα χαράς και αισιοδοξίας σε μικρούς και μεγάλους.
Το έθιμο αποτελεί στην ουσία ιεροτελεστία εξαγνισμού, που με την πάροδο του χρόνου απέκτησε διάφορους συμβολισμούς. Κατά την Τουρκοκρατία, οι σκλαβωμένοι Γιαννιώτες έπαιρναν ειδική άδεια από τη διοίκηση της πόλης για να τελέσουν το έθιμο, ενώ ο χορός γύρω από τη φωτιά εξέφραζε τον πόθο τους για ελευθερία.
Οι προετοιμασίες και η συλλογή των ξύλων αρχίζουν τέσσερις ημέρες νωρίτερα και συντονίζονται από τον Δήμο Ιωαννιτών σε συνεργασία με τους συλλόγους κάθε συνοικίας. Η λέξη τζαμάλα, σύμφωνα με λαογράφους, παραμένει μάλλον ανεξήγητη, ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν ότι είναι αρβανίτικης ή τουρκικής προέλευσης.
Το Έθιμο της Καμήλας στην Κάινα Χανίων

Ένα μοναδικό έθιμο που διατηρείται από τα βάθη των αιώνων αναβιώνει κάθε Καθαρά Δευτέρα στο Δημοτικό Διαμέρισμα της Κάινας του Δήμου Βάμου. Οι κάτοικοι του χωριού ξεκινούν από νωρίς το πρωί τις προετοιμασίες για την κατασκευή της καμήλας και το μουτζούρωμα. Από τις 8:00 π.μ., τα παιδιά συγκεντρώνονται σε ένα σπίτι για να φτιάξουν πρωτότυπες στολές, ενώ οι ενήλικες συλλέγουν τα απαραίτητα υλικά από την προηγούμενη μέρα. Γύρω στις 10:00 π.μ., όλοι συγκεντρώνονται σε έναν ανοιχτό χώρο για να συναρμολογήσουν την καμήλα.
Η Καμήλα είναι ένα διονυσιακό έθιμο που πρωτοεμφανίστηκε τον 19ο αιώνα. Κατασκευάζεται από ξύλινη σκάλα, δύο κοφίνια που σχηματίζουν τις καμπούρες, μία παλέτσα (είδος νάιλον πανιού για τη συλλογή ελαιοκάρπου) και το σκελετό του κεφαλιού ενός γαϊδάρου. Στον ουρανίσκο του κεφαλιού τοποθετείται ένα καρούλι, ώστε να ανοιγοκλείνει το στόμα με το τράβηγμα ενός σχοινιού. Στα μάτια τοποθετούνται ζωγραφισμένα μανταρίνια και η καμήλα ντύνεται με προβιές κουνελιών. Συνήθως τρεις άνθρωποι συμμετέχουν στην κίνηση της καμήλας: ένας κρατάει το κεφάλι και οι άλλοι δύο σχηματίζουν τις καμπούρες με τη βοήθεια των κοφινιών.
Η καμήλα ξεκινά τη βόλτα της από την άκρη του χωριού και περνώντας από την πλατεία περιπαίζει τον κόσμο που έχει συγκεντρωθεί. Οι κάτοικοι όλων των ηλικιών ντύνονται με πρωτότυπες αυτοσχέδιες στολές, ενώ γαϊδούρια, επίσης μασκαρεμένα, ακολουθούν την καμήλα. Οι μεταμφιεσμένοι φέρουν κυρίως λέρια προβάτων και προβιές ζώων. Το γλέντι συνεχίζεται μέχρι αργά το βράδυ, συνοδεία παραδοσιακών μουσικών οργάνων.
Ο Καντής του Ρεθύμνου
«Εμίσεψεν η Αποκριά με λύρες και παιγνίδια, ήρθενε η Σαρακοστή με ελιές, χαλβά, κρομμύδια. Απόκαμε ο καρνάβαλος, η πλουμιστή κοπέλα, ξημέρωσε η Σαρακοστή, η λαχανοσκουτέλα».
Με αυτή τη μαντινάδα υποδέχονται στο Ρέθυμνο την Καθαρά Δευτέρα και την περίοδο της νηστείας, αμέσως μετά τα γλέντια, τους χορούς, τα χρώματα και το αναγεννησιακό κλίμα που επικρατεί καθ’ όλη την καρναβαλική περίοδο. Η Καθαρά Δευτέρα ξεκινά με τη νηστεία, που ως «τραπεζομάντηλο απλώνεται» στα τραπέζια και τις υπαίθριες τάβλες, οι οποίες υποδέχονται τα σαρακοστιανά εδέσματα πριν και μετά την πραγματοποίηση των εθίμων της ημέρας. Το πέταγμα του χαρταετού κυριαρχεί στον ρεθεμνιώτικο ουρανό πόλης και χωριών, ενώ η γη και το χώμα υποδέχονται ξεχωριστά έθιμα όπως η αρπαγή της νύφης, το μουτζούρωμα, η Καμήλα και ο Καντής.
Στο Μελιδόνι Μυλοποτάμου, στο Γεράνι, στους Αρμένους, στα Ανώγεια και στο Αμάρι, τα παιχνίδια και οι πλάκες συνάδουν με το έθιμο. Στην περίπτωση του Καντή του άρχοντα, ο πρωταγωνιστής, μαζί με την ακολουθία του, επισκέπτεται τα σπίτια και δίνει εντολές για το τι να κάνουν οι κάτοικοι. Παράλληλο έθιμο αποτελεί ο εξομολόγος, όπου αντί για άρχοντα, εμφανίζεται ο ρόλος του παπά.
Το έθιμο περιλαμβάνει λαϊκές δίκες και αστεία περιστατικά που δίνουν ζωή στις παρέες, όπως η γαϊδουροκαβαλαρία, όπου οι συμμετέχοντες ανταγωνίζονται σε δύναμη και αντοχή στις πλάτες των άλλων, με άφθονες πλάκες όταν η «μακριά γαϊδούρα» πέφτει από τα χέρια των συμμετεχόντων.
Άλλα χαρακτηριστικά στοιχεία είναι η αυτοσχέδια καμήλα από ξύλα και κουβέρτες, η οποία, με τη βοήθεια κρυμμένων ανθρώπων, κάνει τα δικά της στις παρέες και στο χωριό, καθώς και το μουτζούρωμα, που δίνει χαρά σε μικρούς και μεγάλους που δεν φοβούνται να λερωθούν και να τους μουτζουρώσουν οι υπόλοιποι χωριανοί.
Κέρκυρα: Ο «Χορός των Παπάδων» και ο «Κορφιάτικος Γάμος»
Η αυλαία της Αποκριάς στην Κέρκυρα πέφτει με την αναβίωση των εθίμων του «κορφιάτικου γάμου» και του «χορού των παπάδων». Τα έθιμα αυτά διαχωρίζουν τις Απόκριες στο νησί σε δύο είδη καρναβαλιού, στο αστικό και στην ύπαιθρο, όπως εξηγεί η πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων Κέρκυρας, Λίζα Γαστεράτου-Αλεξάκη.
Την Κυριακή της Τυρινής, η πόλη της Κέρκυρας ετοιμάζεται πυρετωδώς να κάψει τον Σιορ Καρνάβαλο, μετά από μεγαλειώδη βενετσιάνικη παρέλαση, με τις μαζορέτες να προσφέρουν θέαμα γυμναστικών επιδείξεων και τους τυμπανιστές να πλημμυρίζουν τα καντούνια και την κεντρική πλατεία με εμβατήρια θριάμβου.
Στα χωριά, κυρίως της Βόρειας Κέρκυρας, πρωταρχικό ρόλο έχει το παραδοσιακό δρώμενο του «Χορού των Παπάδων». Σύμφωνα με το έθιμο, το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου, μετά τον εσπερινό, ο πρεσβύτερος ιερέας βγαίνει στην αυλή του ναού και δίνει το έναυσμα του χορού, τίθεται επικεφαλής και τον ακολουθούν οι υπόλοιποι ιερείς, μέλη της εκκλησίας, ψάλτες, τοπικοί άρχοντες, γέροντες και όσοι επιθυμούν. Στον χορό συμμετέχουν μόνο άνδρες, οι οποίοι μπαίνουν στη σειρά κατά ηλικία, δίνοντας προτεραιότητα στους μεγαλύτερους.
Ο χορός δεν συνοδεύεται από μουσικό όργανο, παρά μόνο από τραγούδι που θυμίζει εκκλησιαστικό ύμνο. Ο πρεσβύτερος ιερέας τραγουδά πρώτος τον κάθε στίχο και οι υπόλοιποι τον επαναλαμβάνουν. Στο τέλος, ο ιερέας ευλογεί το ποίμνιο και εύχεται «καλή νηστεία και καλή Σαρακοστή».
Στη Νότια Κέρκυρα, την ίδια μέρα αναβιώνει το έθιμο του «Κορφιάτικου Γάμου» ή «Ιερού Γάμου». Σύμφωνα με το δρώμενο, οι άνδρες μαζεύονται σε ένα σπίτι για να στολίσουν το γαμπρό και οι γυναίκες τη νύφη, η οποία όμως είναι άνδρας και συχνά μουστακαλής — ένα κατάλοιπο πατριαρχικής κοινωνίας που περιόριζε τη συμμετοχή των γυναικών.
Κατά την τελετή, ο «δαίμονας» με τη μορφή σάτυρου προσπαθεί να χαλάσει το γάμο, ενώ οι παριστάμενοι πειράζονται μεταξύ τους και αισχρολογούν. Το γλέντι ξεκινά μετά το μυστήριο και πολλές φορές διαρκεί μέχρι τα ξημερώματα, συνοδεία παραδοσιακής μουσικής και κεφιού.
Βενετσιάνικος γάμος στο Τζάντε – Το αποκριάτικο έθιμο της Ζακύνθου από τον 16ο αιώνα

Ένα δρώμενο που μας γυρνά πίσω πολλές δεκαετίες και αναπαριστά τον αρχοντικό και πλούσιο γάμο των Ενετών του 16ου αιώνα, πραγματοποιείται κάθε χρόνο στην Ζάκυνθο.
Το έθιμο του Βενετσιάνικου γάμου, που εμπνεύστηκε και πραγματοποίησε το 2005 ο ζωγράφος Αντώνης Μιλάνος, είναι αναπόσπαστο κομμάτι του Ζακυνθινού καρναβαλιού και κάθε χρόνο, χιλιάδες επισκέπτες αλλά και Ζακυνθινοί, πλημμυρίζουν την πλατεία Αγ. Μάρκου, ώστε να θαυμάσουν τα ειδικά σκηνικά και τα εκθαμβωτικές ενδυμασίες, των πρωταγωνιστών του δρώμενου.
Ο Βενετσιάνικος γάμος στο Τζάντε, μας μεταφέρει πίσω στον 16ο αιώνα, όταν η Ζάκυνθος ήταν υπό την Ενετική κατοχή.
Η επίδειξη χρηματικής δύναμης, ο εντυπωσιασμός και η επίδειξη της θέσης τους στην εξουσία, έκανε αυτόν γάμο μοναδικό και λόγω του πλούτου και της χλιδής των κόντηδων και των ευγενών τραβούσε πάνω του, τα βλέμματα της τοπικής κοινωνίας.
Σήμερα ο Βενετσιάνικος γάμος, αρχίζει από την πλατεία Αγ. Παύλου και διασχίζοντας τους κεντρικούς δρόμους της πόλης της Ζακύνθου, καταλήγει στην πλατεία Αγ. Μάρκου, όπου εκεί τελείται ο γάμος.
H μεγαλειώδη πομπή του γάμου ανοίγει με τυμπανιστές και σημαιοφόρους. Ακολουθούν οι νεόνυμφοι και οι κοντινοί συγγενείς τους. Η νόνα (γιαγιά) μεταφέρεται μέσα σε λεντίκα (κλειστό φορείο εξαιρετικής τέχνης μέσα στο οποίο μετέφεραν τους ευγενείς) ενώ ακολουθούν τα σεντούκια της νύφης με τα προικιά. Την πομπή πλαισιώνουν οι προσκεκλημένοι, οι οποίοι φορούν ακριβή αντίγραφα στολών του 16ου αιώνα, ενώ κορίτσια κρατούν κάνιστρα με ροδοπέταλα και μπομπονιέρες. Στην συνέχεια ακολουθεί το γαμήλιο γλέντι, με αναγεννησιακούς χορούς και πολλά τοπικά παραδοσιακά εδέσματα όπως είναι τα ζαχαροκούκα (κουφέτα), ορτζάδες ( σουμάδα) και πάντολες (παντεσπάνι).
To Καρναβάλι στα Λαγκάδια Γορτυνίας με την «Παρέα του Τράγου»

Ένα ξεχωριστό και πρωτότυπο καρναβάλι διοργανώνει στα Λαγκάδια Γορτυνίας, την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, ο Σύλλογος Νέων Λαγκαδίων «Δράσις». Το δρώμενο αναβιώνει τους αρκαδικούς μύθους με την «Παρέα του Τράγου».
Το αυθεντικό αρκαδικό καρναβάλι επιστρέφει μετά από πολλά χρόνια, υπόσχοντας χορό, ποτό και ξεφάντωμα, με κύριο στοιχείο τη συμμετοχή του κόσμου και πρωταγωνιστή τον τραγοπόδαρο Πάνα.
Κατά τη διάρκεια της γιορτής, ο θεός Διόνυσος με τους Βάκχους προσφέρουν κρασί, ενώ ο τραγοπόδαρος Πάνας κυνηγά τις Νύμφες. Γύρω τους, σε κατάσταση ευφορίας, χορεύουν τα ξωτικά, οι αμαζόνες, οι μάγισσες με το δράκο, οι μάγοι και οι καλικάντζαροι.
Η πομπή ολοκληρώνεται με ένα εντυπωσιακό σόου από φωτιές και χειροποίητα άρματα, το κάψιμο του Τράγου και εκστατικό χορό γύρω από τη φωτιά, συνοδευόμενο από κρουστά. Η βραδιά συνεχίζεται με γλέντι έως τις πρώτες πρωινές ώρες.
Ο Γάμος του Κουτρούλη» στη Μεθώνη

Το «ευτυχές γεγονός» ξεκινά το Σάββατο με το Προγαμιαίο Γλέντι.
Την Κυριακή, στον πεζόδρομο της Αγοράς, γίνεται η Παρουσίαση Προικιών, ενώ την Καθαρά Δευτέρα, στην πλατεία της Παραλίας, τελείται μεγαλοπρεπώς «Ο Γάμος του Κουτρούλη». Το ζευγάρι των νεονύμφων αποτελείται από δύο άντρες, οι οποίοι μαζί με τους συγγενείς πηγαίνουν στην πλατεία για να τελεστεί ο γάμος με παπά και κουμπάρο. Διαβάζεται το προικοσύμφωνο και ακολουθεί τρικούβερτο γλέντι. Στη Μεσσήνη, την Καθαρά Δευτέρα, πραγματοποιείται η αναπαράσταση της εκτέλεσης της γριάς Συκούς, που κατά την παράδοση κρεμάστηκε στη θέση Κρεμάλα της πόλης με εντολή του Ιμπραήμ Πασά. Η γυναίκα είχε το θάρρος να του εξηγήσει ένα όνειρο που προμήνυε ότι η εκστρατεία του και ο ίδιος θα είχαν οικτρό τέλος από την αντίδραση και το σθένος των επαναστατημένων Ελλήνων.

