Greekaffair: Η Ελλάδα αλλιώς
Φιλοσοφία

Είμαστε μια γενιά που δυστυχώς δεν επιστρέφει…

Υπάρχουν γενιές που φωνάζουν την παρουσία τους. Και υπάρχουν γενιές που έζησαν αθόρυβα, μα άφησαν πίσω τους θεμέλια.

 

Εμείς, οι πάνω από 50, 60, 70, δεν είμαστε απλώς άνθρωποι που μεγάλωσαν. Είμαστε μια εποχή που αποσύρεται σιωπηλά, σαν το παλιό φως μιας λάμπας σε αυλή χωριού, που τρεμοσβήνει πριν σβήσει. Και όσο χαμηλώνει αυτό το φως, τόσο καθαρότερα φαίνονται οι μορφές, οι αξίες, οι στιγμές που μας έπλασαν.

Μεγαλώσαμε σε δρόμους χωμάτινους, όχι ψηφιακούς.
Η διαδρομή για το σχολείο ήταν απόσταση που μετρούσες με βήματα, όχι με λεπτά στην οθόνη.
Περπατούσαμε με βροχή και ήλιο, με κρύο και σκόνη. Και δεν παραπονιόμασταν.Γιατί έτσι ήταν η ζωή: να φτάνεις κάπου με τα πόδια σου.

Στις τάξεις μας υπήρχε σιωπή.
Όχι σιωπή φόβου, αλλά σιωπή σεβασμού. Σηκωνόμασταν όρθιοι όταν έμπαινε ο δάσκαλος.
Η γνώση δεν ήταν υπηρεσία· ήταν κατάκτηση. Δεν υπήρχαν φροντιστήρια πολυτελείας ούτε έτοιμες λύσεις. Υπήρχε ένα βιβλίο, ένα τετράδιο και η επιμονή. Αν δεν καταλαβαίναμε, μέναμε μετά το μάθημα. Ρωτούσαμε. Ξαναδοκιμάζαμε. Η αποτυχία δεν μας διέλυε — μας δυνάμωνε.

Οι γονείς μας δεν είχαν πάντα μόρφωση για να μας βοηθήσουν.
Ήταν στα χωράφια, στα εργοστάσια, στη θάλασσα.Τα χέρια τους ήταν σκληρά, αλλά οι αρχές τους καθαρές. Δεν μας έδιναν άνεση· μας έδιναν παράδειγμα. Μας έμαθαν ότι η αξιοπρέπεια δεν αγοράζεται. Ότι ο λόγος έχει βάρος. Ότι ο άνθρωπος μετριέται από την τιμιότητά του.

Παίζαμε στον δρόμο μέχρι να σκοτεινιάσει.
Το παιχνίδι δεν είχε μπαταρίες· είχε φαντασία. Οι φίλοι δεν ήταν «επαφές» — ήταν πρόσωπα, αγκαλιές, γόνατα ματωμένα και γέλια που αντηχούσαν στις γειτονιές.Σήμερα οι άνθρωποι συνδέονται διαρκώς, μα συχνά δεν αγγίζονται. Εμείς αγγίζαμε τη γη, το νερό, ο ένας τον άλλον.

Πίναμε νερό από το πηγάδι.
Καθόμασταν στο πεζούλι και μιλούσαμε ώρες, γελούσαμε σιγανά τα βράδια με τα αδέρφια μας για να μην μας ακούσουν οι γονείς. Η χαρά δεν ήταν προϊόν· ήταν στιγμή , δεν φωτογραφιζόταν. Ζούσε.

Ντρεπόμασταν να καθόμαστε όταν ένας μεγαλύτερος στεκόταν όρθιος.
Ο σεβασμός δεν ήταν άποψη — ήταν αυτονόητος. Λέγαμε «ευχαριστώ» και το εννοούσαμε. Ζητούσαμε «συγγνώμη» και κοκκινίζαμε.

Πιστέψαμε στον Θεό, όχι πάντα από βεβαιότητα, αλλά από ανάγκη να ελπίζουμε.
Δεν τα είχαμε όλα, αλλά ευχαριστούσαμε για όσα είχαμε. Σήμερα ο κόσμος έχει περισσότερα, όμως η ανικανοποίητη επιθυμία μοιάζει μεγαλύτερη.

Δεν ισχυριζόμαστε ότι τότε όλα ήταν ιδανικά.
Υπήρχε φτώχεια, υπήρχε κόπος, υπήρχαν στερήσεις. Αλλά μέσα στη στέρηση γεννιόταν η αντοχή.
Μέσα στη δυσκολία σφυρηλατούνταν χαρακτήρες.

Σήμερα ο κόσμος τρέχει.
Η πληροφορία κατακλύζει. Οι επιλογές πολλαπλασιάζονται. Κι όμως, η μοναξιά βαθαίνει.

Εμείς μάθαμε να περιμένουμε.
Μάθαμε να δουλεύουμε χωρίς να διαφημίζουμε τον κόπο μας. Μάθαμε να αγαπάμε χωρίς να το αναρτούμε. Μάθαμε να αντέχουμε χωρίς να το φωνάζουμε. Και τώρα, καθώς τα χρόνια βαραίνουν στους ώμους μας, καταλαβαίνουμε πως δεν είμαστε απλώς άνθρωποι μιας άλλης ηλικίας. Είμαστε φορείς μνήμης. Είμαστε ρίζες.Και ίσως μια μέρα, όταν η ταχύτητα κουράσει και η φασαρία πάψει να γοητεύει, κάποιος να αναζητήσει ξανά το απλό. Το καθαρό βλέμμα. Το τίμιο χέρι.
Τον λόγο που δεν αλλάζει ανάλογα με το κοινό.

Τότε ίσως θυμηθούν εμάς.

Όχι για τις στερήσεις μας. Αλλά για την αντοχή μας. Όχι για όσα δεν είχαμε. Αλλά για όσα κρατήσαμε.Γιατί αν είμαστε μια γενιά που δεν επιστρέφει, ας είμαστε τουλάχιστον μια γενιά που άφησε ρίζες. Και τα δέντρα που αντέχουν στις θύελλες δεν φαίνονται από τα άνθη τους —
φαίνονται από τις ρίζες τους.

Κι εμείς ήμασταν ρίζες.

Related posts

Ποτέ να μην ξεχάσεις το καλό που σου έκαναν

Ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις τα όνειρα σου αληθινά, είναι να ξυπνήσεις”

Newsroom

Paulo Coelho: Αυτό που ψάχνεις εσύ, σε ψάχνει επίσης!

Αφήστε ένα σχόλιο