Greekaffair: Η Ελλάδα αλλιώς

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821: Πότε και που κηρύχθηκε η έναρξη της

 

Η Επανάσταση κηρύχθηκε την 21η Φεβρουαρίου 1821 στο Γαλάτσι από τον Δημήτριο Αργυρόπουλο (τότε πρόξενο της Ρωσίας), ενώ ο Βασίλειος Καραβίας εξουδετέρωσε την Οθωμανική φρουρά. Πρώτη επίσημη πολεμική πράξη της Επανάστασης ήταν η διάβαση του ποταμού Προύθου, στη Μολδαβία, από τον Υψηλάντη στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και η είσοδός του στο Ιάσιο.

 

Στις 24 Φεβρουαρίου ο Υψηλάντης εξέδωσε την προκήρυξη με τον τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», το ιδεολογικό μανιφέστο της Επανάστασης, με την οποία βεβαίωνε τους Έλληνες ότι «μια κραταιά δύναμις» ήταν έτοιμη να στηρίξει τον αγώνα τους και τους καλούσε να πάρουν τα όπλα υπέρ των Δικαιωμάτων και της Ελευθερίας τους, μιμούμενοι τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς.

Ο Υψηλάντης, με την προκήρυξή του, στόχευε εξ αρχής στο να προκαλέσει ανταγωνισμό μεταξύ των τότε μεγάλων δυνάμεων με αφορμή το ελληνικό ζήτημα, έτσι ώστε τελικά να ωφεληθεί η ίδια η Επανάσταση.

Την 1η Μαρτίου ξεκίνησε την πορεία του προς τη Βλαχία, αφού ενώθηκε με τα τμήματα του Γεωργάκη Ολύμπιου, του Ιωάννη Φαρμάκη και πολλών Ελλήνων εθελοντών. Μαζί με τον Ιερό Λόχο, που είχε συγκροτηθεί από περίπου 500 σπουδαστές των σχολών των πριγκιπάτων, η στρατιωτική δύναμη του Υψηλάντη έφτανε τους 7.000, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν και Βαλκάνιοι γείτονες (Σέρβοι, Βούλγαροι, Αρβανίτες).

Στα πριγκιπάτα η Επανάσταση εξαπλώθηκε με επιτυχία. Οι Ρουμάνοι σύμμαχοι ήταν συσπειρωμένοι γύρω από τον εθνικό τους ηγέτη, συνεργάτη των Φιλικών, Τούντορ (Θεόδωρος) Βλαντιμιρέσκου, που είχε κηρύξει επανάσταση ένα μήνα πριν ο Υψηλάντης περάσει τον Προύθο.

Στις 21 Μαρτίου ο Βλαντιμιρέσκου, με 6.000 πεζούς και 2.500 ιππείς, κατέλαβε το Βουκουρέστι μέσα σε κλίμα γενικού ενθουσιασμού του πληθυσμού, και ακολούθησε ο Υψηλάντης, που μπήκε στην πόλη με τον στρατό του στις 27 Μαρτίου. Όλα έδειχναν ότι τα δύο κινήματα θα συνεργάζονταν για την επιτυχία της εξέγερσης, όμως, για ποικίλους λόγους, αυτό δεν έγινε.

Επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, στην οποία αποκηρύσσεται η επανάσταση και αφορίζεται ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.

Σε διεθνές (ευρωπαϊκό) επίπεδο, η είδηση για την εξέγερση στα πριγκιπάτα από τον Υψηλάντη δεν έγινε ευνοϊκά δεκτή από τις ισχυρές δυνάμεις της εποχής. Μετά από σειρά διπλωματικών διεργασιών (Αγγλία, Αυστρία) και πιέσεων, ο τσάρος της Ρωσίας, Αλέξανδρος, αποκήρυξε τελικά την εξέγερση, ενώ ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ της Κωνσταντινούπολης αφορίσε τον Υψηλάντη και κάλεσε τον πληθυσμό να παραμείνει υπάκουος στο καθεστώς. Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν το κίνημα στις ηγεμονίες και, από αυτό το σημείο και μετά, λανθασμένες επιλογές από το ελληνικό και ρουμανικό στρατόπεδο οδήγησαν στην τελική αποτυχία της εξέγερσης στα πριγκιπάτα.

Στα πριγκιπάτα η Επανάσταση δεν είχε καλή εξέλιξη. Πρώτα σημειώθηκε η διάσπαση των επαναστατών και η σύλληψη και εκτέλεση του Βλαντιμιρέσκου από τους Έλληνες τη νύχτα της 27ης Μαΐου, με τη βοήθεια των αξιωματικών Πρόβαν και Δημητρίου Μακεντόνσκι. Οι Οθωμανοί εισήλθαν με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στο Βουκουρέστι και ο Υψηλάντης, σε απελπιστική θέση, υποχώρησε αμαχητί προς τα Καρπάθια. Στις 7 Ιουνίου δόθηκε από τους μαχητές του Ιερού Λόχου η πολυαίμακτη μάχη στο Δραγατσάνι, όπου έπεσαν νεκροί περίπου 200 νέοι σπουδαστές και 40 πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Οθωμανούς. Ο Υψηλάντης, υποχωρώντας, έφτασε στα αυστριακά σύνορα και παραδόθηκε ύστερα από διαβεβαιώσεις ότι δεν θα συλληφθεί και θα του επιτραπεί να αποχωρήσει για την Ελλάδα, όμως τελικά φυλακίστηκε από τους Αυστριακούς στο φρούριο του Μούνκατς. Λίγο μετά την αποφυλάκισή του, επτά χρόνια αργότερα, πέθανε από καρδιακή προσβολή.

Στη Μολδαβία, τα τμήματα του Γεωργάκη Ολύμπιου, του Φαρμάκη και του Καρπενησιώτη συνέχισαν τον άνισο αγώνα με τις οθωμανικές δυνάμεις. Ο Καρπενησιώτης συγκρούστηκε με τους Οθωμανούς στο Γαλάτσι και τον Προύθο, με σοβαρές απώλειες. Ο Γεωργάκης Ολύμπιος, μετά από πολλές συγκρούσεις, κατέφυγε με έντεκα μαχητές στη Μονή Σέκου, όπου αντιστάθηκε ηρωικά και, στις 23 Οκτωβρίου, έβαλαν φωτιά στη μπαρουταποθήκη του μοναστηριού, τινάζοντας στον αέρα τους εχθρούς μαζί με τον εαυτό τους. Ο Φαρμάκης προδόθηκε στους Οθωμανούς από Άγγλους και Αυστριακούς και θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια. Στις αρχές του 1822, το κίνημα στα ρουμανικά πριγκιπάτα είχε κατασταλεί πλήρως. Παράλληλα, η απασχόληση στα πριγκιπάτα σημαντικών οθωμανικών στρατιωτικών δυνάμεων συνέβαλε στην ανάφλεξη και διατήρηση της επαναστατικής φλόγας στην Ελλάδα

 

Το ξέσπασμα της επανάστασης στην Πελοπόννησο

Προκύρηξη της Φιλικής Εταιρείας για την εξέγερση.

Στην Πελοπόννησο, οι προετοιμασίες για την Επανάσταση ξεκίνησαν από το 1818, με την κατήχηση στη Φιλική Εταιρεία ηγετικών προσωπικοτήτων όπως ο επίσκοπος Πάτρας Γερμανός, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Παναγιώτης Αρβάλης και άλλοι. Οι δραστηριότητες για την οργάνωση πολιτικής επιτροπής και τη συγκέντρωση χρημάτων πραγματοποιούνταν υπό το πρόσχημα της ίδρυσης κάποιας «επιστημονικής σχολής». Το ίδιο πρόσχημα χρησιμοποιήθηκε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, καθώς και στη Βλαχία.

Μυημένος στο εγχείρημα ήταν και ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, ο οποίος σε επιστολές του προς τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τους καπετάνους της Μάνης επαινεί τη συγκρότηση του «ελληνομουσείου». Σώζεται ιδιόγραφος κατάλογος του Γερμανού με τα ονόματα των προεστών και τις συνεισφορές τους υπέρ της «κοινής επιστημονικής σχολής». Ο Γερμανός και ο Γεώργιος Σισίνης συνεισέφεραν το ετήσιο εισόδημα δύο ακινήτων.

Το ζήτημα της δημιουργίας κοινού ταμείου συζητήθηκε και στη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας, στα τέλη Ιανουαρίου 1821. Λόγω αυτών των ενεργειών, ο ερευνητής της ιστορίας της Πελοποννήσου Τάσος Γριτσόπουλος θεωρεί μύθο τη λεγόμενη διστακτικότητα των προκρίτων για συμμετοχή στην Επανάσταση.

Ο Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας.

Την 1η Μαρτίου 1821 ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη προς τη Μάνη, μετά από ενέργειες του Φιλικού Ξάνθου, ένα πλοίο φορτωμένο με όπλα και προκηρύξεις για την επανάσταση. Το πλοίο κατέπλευσε περί τα μέσα Μαρτίου κρυφά στο Λιμένι Οιτύλου, ή σύμφωνα με άλλες πηγές στις Κιτριές Μεσσηνίας, από όπου και παραλήφθηκε με ασφάλεια το φορτίο. Η είδηση για την επανάσταση στη Μολδοβλαχία είχε ήδη φτάσει στην Ελλάδα.

Από το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου, όλη η ανατολική Μάνη είχε τεθεί σε εμπόλεμη κατάσταση, όπως φαίνεται από έγγραφο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη με ημερομηνία 11 Μαρτίου 1821, αναφερόμενο στα στρατόπεδα που είχαν συγκροτηθεί στο Μαραθονήσι (Γύθειο) υπό τους Γρηγοράκηδες. Αυτή θεωρείται η πρώτη επιστράτευση Ελλήνων του κυρίως ελλαδικού χώρου στον Αγώνα του 1821. Ο Φωτάκος αναφέρει ότι οι Έλληνες που κατέρχονταν από τη Ρωσία και την Κωνσταντινούπολη θεωρούσαν ως ημέρα έναρξης της επανάστασης την 25η Μαρτίου.

Στις 20 Μαρτίου 1821, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Παλούμπα, τη γενέτειρα του Δημητρίου Πλαπούτα, κηρύχτηκε επίσημα η Επανάσταση στη Γορτυνία από τον Δημήτριο Πλαπούτα και τον Θ. Κολοκοτρώνη, όπως μαρτυρείται στο έργο του Τ. Κανδηλώρου «Η Γορτυνία» (1898).

Η Οθωμανική Πύλη θεωρούσε πρωταρχικό ζήτημα την αντιμετώπιση της ανταρσίας του Αλή πασά, αλλά ανησυχούσε σοβαρά από φήμες και καταγγελίες των Άγγλων για επαναστατικές ενέργειες στον Μοριά. Λίγο μετά την εξέγερση στις ρουμανικές ηγεμονίες, οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς κάλεσαν τους προεστούς με πρόσχημα την ετήσια σύσκεψη, στην πραγματικότητα όμως για να τους κρατήσουν ομήρους. Οι περισσότεροι προεστοί ήταν διστακτικοί και δεν προσήλθαν. Όσοι πήγαν εκτελέστηκαν αργότερα, άλλοι με την έκρηξη της επανάστασης, και άλλοι πέθαναν από τις κακουχίες στις φυλακές.

Στα μέσα Μαρτίου 1821, ο Παπαφλέσσας είχε ολοκληρώσει τον κύκλο των περιοδειών του στην Πελοπόννησο και βρισκόταν μαζί με τον Αναγνωσταρά στη Μεσσηνία, περιοχή για την οποία είχε αναλάβει υπεύθυνος από τη Φιλική Εταιρεία. Ο Κολοκοτρώνης ήταν υπεύθυνος για τη Μάνη, ενώ ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν κρυμμένος στην Πάτρα, έτοιμος να αναλάβει δράση. Άλλοι Φιλικοί βρίσκονταν σε διάφορες περιοχές ευθύνης. Παρά τις αμφιβολίες των προκρίτων, το κλίμα στην Πελοπόννησο ήταν έντονα επαναστατικό, και έμενε μόνο ο σπινθήρας για τη μεγάλη έκρηξη της Επανάστασης.

 

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης

.Θεόδωρος Βρυζάκης, 1865

Σύμφωνα με τον θρύλο της Αγίας Λαύρας, η επανάσταση κηρύχθηκε στις 25 Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα Καλαβρύτων, όταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της μονής και όρκισε τους αγωνιστές. Το γεγονός καταγράφηκε από ορισμένους σύγχρονους της Επανάστασης και σε μεταγενέστερες μελέτες και σχολικά εγχειρίδια, ενώ απεικονίστηκε σε διάσημο πίνακα του Θεόδωρου Βρυζάκη. Απέκτησε σημαντική θέση στην επίσημη εθνική αφήγηση, καθώς συνέδεε τη θρησκεία με την Επανάσταση και ταύτιζε την εθνική με τη θρησκευτική ταυτότητα.

Η αλήθεια του θρύλου αμφισβητήθηκε ήδη από τον 19ο αιώνα, και πολλοί ιστορικοί τον θεωρούν φανταστικό. Ο ίδιος ο Γερμανός δεν αναφέρει τη σκηνή στα απομνημονεύματά του, που συνέγραψε σχεδόν συγχρόνως με τα γεγονότα ή έως το 1826, αν και αυτά τα κείμενα έχουν ημιτελή και ξηρή μορφή, με παραλείψεις σημαντικών γεγονότων, όπως η ύψωση της σημαίας στην Πάτρα.

Από τους μεταγενέστερους απομνημονευματογράφους, μόνο ο Κανέλλος Δεληγιάννης αναφέρει τη σκηνή, προσπαθώντας πιθανώς να συνδέσει τον θρύλο με την ιδιαίτερη πατρίδα του. Ο Μιχαήλ Οικονόμου σημειώνει ότι σε όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου η ύψωση της σημαίας του Σταυρού έγινε στις 25 Μαρτίου. Άλλες αναφορές προέρχονται από τον Ρήγα Παλαμήδη (1846), τον Αλέξανδρο Δεσποτόπουλο (Καλάβρυτα, 1861), καθώς και από αγωνιστές όπως ο Αναγνώστης Γιαννόπουλος και ο Βασίλειος Πετιμεζάς.

Η άποψη περί θρύλου συνδέει τη δημιουργία της σκηνής με τον Γάλλο πρόξενο Φρανσουά Πουκεβίλ, ο οποίος το 1824 περιέγραψε λεπτομερώς και φανταστικά το περιστατικό. Ωστόσο, νεότερες έρευνες σε έγγραφα του Ούγου Πουκεβίλ απορρίπτουν την υπόθεση αυτή και θεωρούν ότι οι υποθέσεις περί μύθου είναι αβάσιμες. Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο πυρήνας του θρύλου διασώζει κάποια αλήθεια: σύμφωνα με αρχεία αγωνιστών και ιεραρχών, ο Γερμανός τέλεσε δοξολογία στις 17 Μαρτίου στην Αγία Λαύρα και όρκισε κοτζαμπάσηδες και επισκόπους που βρίσκονταν εκεί για τον εορτασμό του Αγίου Αλεξίου. Σε αυτή τη συνάντηση πραγματοποιήθηκε η τελευταία σύσκεψη προεστών και οπλαρχηγών πριν την Επανάσταση, χωρίς όμως να ανακοινωθεί η έναρξή της.

Στα απομνημονεύματα του Γερμανού αναφέρεται ότι «οι […] συσκεφθέντες αποφάσισαν να μην δώσουν αιτίαν τινά, αλλά ως πεφοβισμένοι να παραμερίσωσι εις ασφαλή μέρη». Αυτά τα «ασφαλή μέρη» ήταν οι περιοχές όπου θα στρατολογούνταν οι επαναστάτες για την πολιορκία της Πάτρας. Έγγραφα και άλλες μαρτυρίες δείχνουν ότι μεταξύ 18-20 Μαρτίου γινόταν συνεχής στρατολόγηση και προετοιμασία σε διάφορες περιοχές των Καλαβρύτων. Είναι βέβαιο ότι οι συγκεντρωμένοι έφυγαν από την Αγία Λαύρα στις 17 Μαρτίου έχοντας γνώση της επικείμενης επανάστασης.

Η έναρξη της Επανάστασης συνδέθηκε με την ημερομηνία του Ευαγγελισμού, 25 Μαρτίου, που είχε οριστεί από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ήδη από το 1820. Παρ’ ότι η επανάσταση είχε ξεκινήσει νωρίτερα σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και στη Μολδοβλαχία, σε αρκετές περιοχές άρχισε συμβολικά την προκαθορισμένη ημερομηνία, με πολιορκίες ή τελετουργικά. Την έναρξη της εκστρατείας από την Καλαμάτα προς την Τριπολιτσά την 25η Μαρτίου επιβεβαιώνουν οι αφηγήσεις του Νικηταρά και με περισσότερες λεπτομέρειες του Φραντζή.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Στην Πελοπόννησο, ορισμένοι προεστοί και αρχηγοί μεγάλων οικογενειών πρότειναν να αναβληθεί η κήρυξη της Επανάστασης για μετά το Πάσχα (10 Απριλίου 1821), θεωρώντας ότι ήταν ανέτοιμοι και ότι η παρουσία Τούρκων ομήρων στην Τριπολιτσά αύξανε τον κίνδυνο. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης έγραψε στους συγκεντρωμένους στην Αγία Λαύρα να μην προβούν σε κίνημα, φοβούμενοι ότι οι Τούρκοι θα εκτελούσαν τους ομήρους και τους υπόλοιπους Χριστιανούς. Ο Φραντζής προσθέτει ότι λόγος αναβολής ήταν και η παντελής έλλειψη πολεμοφοδίων. Οι συγκεντρωμένοι στην Αγία Λαύρα, βλέποντας τον κίνδυνο, αποφάσισαν να διαλυθούν και να επιστρέψουν στα ασφαλή μέρη τους, ελπίζοντας ότι μετά το Πάσχα οι Τούρκοι θα απελευθέρωναν τους ομήρους.

Παρά τις αμφιβολίες των προκρίτων, σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδα είχαν ήδη εμφανιστεί ένοπλες ομάδες που επιτίθονταν σε Οθωμανούς, συνήθως με ενέδρες. Κατ’ ορισμένους ιστορικούς, αυτές οι ενέργειες στόχευαν στο να εξαναγκάσουν την επίσημη έναρξη της επανάστασης, ενώ άλλοι τις θεωρούν απλές ληστρικές ενέργειες, αποτέλεσμα της αναμενόμενης κατάρρευσης της οθωμανικής εξουσίας, χωρίς να αποτελούν κήρυξη της Επανάστασης. Την ίδια εκτίμηση είχαν και οι Τούρκοι, που τις θεωρούσαν «μη επαναστατικές» ή «μεμονωμένες», όπως αναφέρουν ο Τρικούπης και ο Οικονόμου.

Μεταξύ 14 και 25 Μαρτίου 1821, σε διάφορα σημεία του Μωριά, σημειώθηκαν οι πρώτες ένοπλες ενέργειες εναντίον των Οθωμανών. Στις 14 Μαρτίου, ο Νικόλαος Χριστοδούλου (ή Σολιώτης) μαζί με τον Αναγνώστη Κορδή και άλλους κλέφτες, επιτέθηκαν κοντά στο Αγρίδι κατά εισπρακτόρων και ταχυδρόμων του χαρατσιού, κατόπιν προτροπής του Σωτήρη Χαραλάμπη. Στις 16 Μαρτίου, υπό τις οδηγίες του Ασημάκη Ζαΐμη και του επισκόπου Καλαβρύτων Προκοπίου, δύο κλέφτες επιτέθηκαν στην «Χελωνοσπηλιά» για να κατασχέσουν χρεόγραφα προς την Τριπολιτσά, γεγονός που αργότερα θεωρήθηκε ληστρικό από ορισμένους ιστορικούς.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, επιτέθηκαν και κατά του Οθωμανού διοικητή των Καλαβρύτων, Ιμπραήμ πασά Αρναούτογλου, αναγκάζοντάς τον να κλειστεί μαζί με τους Τούρκους στους τρεις πύργους των Καλαβρύτων. Στις 21 Μαρτίου, περίπου 650 ένοπλοι Έλληνες υπό τον Σωτήρη Χαραλάμπη, τον Ασημάκη Φωτήλα, τον Σωτήρη Θεοχαρόπουλο και άλλους, επιτέθηκαν στους Τούρκους και τους ανάγκασαν να παραδοθούν. Παρά τους όρους ασφαλείας, πολλοί άνδρες σφαγιάστηκαν, ενώ γυναίκες και παιδιά δόθηκαν ως σκλάβοι ή υπηρέτες. Παράλληλα, η Πάτρα ξεσηκώθηκε από τους Φιλικούς Παναγιώτη Καρατζά, Βαγγέλη Λειβαδά και Ν. Γερακάρη, και οι Μουσουλμάνοι κλείστηκαν στο φρούριό τους.

Το πρώτο οργανωμένο επαναστατικό στρατόπεδο συγκροτήθηκε στη Βέρβαινα στις 25 Μαρτίου από τον Αναγνώστη Κοντάκη και πολεμιστές από Άγιο Πέτρο, Δολιανά και άλλες περιοχές, όπου συγκεντρώθηκαν και οπλαρχηγοί για τη δημιουργία μονάδας εφοδιασμού.

Στη Μάνη, η επανάσταση οργανώθηκε από τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά και τον Κεφάλα. Ο Κολοκοτρώνης έφτασε στις 6 Ιανουαρίου, διαχειρίστηκε τις αντιζηλίες των τοπικών οικογενειών και προετοίμασε τον ξεσηκωμό για τις 25 Μαρτίου, με 2.000 Μανιάτες και Μεσσήνιους εξοπλισμένους από πολεμοφόδια που έφτασαν από τη Σμύρνη. Στις 23 Μαρτίου απελευθερώθηκε η Καλαμάτα, και στις 24 Μαρτίου συγκεντρώθηκαν περίπου 5.000 Έλληνες για να λάβουν την ευλογία της Εκκλησίας, ενώ την ίδια μέρα ξεσηκώθηκε η Φωκίδα στη Ρούμελη.

Αυτές οι ενέργειες σηματοδοτούν τη μετάβαση από μεμονωμένες ενέδρες και τοπικές αναταραχές στην οργανωμένη και γενικευμένη επαναστατική δράση σε όλη την Πελοπόννησο.

Ορισμένοι προεστοί και αρχηγοί μεγάλων οικογενειών στην Πελοπόννησο πρότειναν να μετατεθεί η κήρυξη της Επανάστασης για μετά το Πάσχα (10 Απριλίου 1821) λόγω ανέτοιμου στρατοπέδου και ομήρων στην Τριπολιτσά. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης έγραψε στους συγκεντρωμένους στην Αγία Λαύρα να μην κάνουν κίνημα «διότι απόλλυνται οι εισελθόντες εις Τριπολιτσάν», ενώ ο Φραντζής προσθέτει ότι λόγος αναβολής ήταν και η έλλειψη πολεμοφοδίων. Οι συναθροισμένοι αποφάσισαν να διαλυθούν και να απομακρυνθούν προσωρινά, ελπίζοντας ότι το Πάσχα οι Τούρκοι θα απελευθέρωναν τους ομήρους.

Παρά τις διστακτικότητες των προκρίτων, σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς πραγματοποιήθηκαν πρώτες ένοπλες ενέργειες. Στις 14 Μαρτίου 1821, ο Νικόλαος Σολιώτης με τον Αναγνώστη Κορδή και άλλους κλέφτες επιτέθηκαν στην τοποθεσία «Πόρτες» κοντά στο χωριό Αγρίδι, χτυπώντας τρεις εισπράκτορες του χαρατσιού και τρεις ταχυδρόμους. Στις 16 Μαρτίου, υπό τις οδηγίες του Ασημάκη Ζαΐμη και του επισκόπου Προκοπίου, ο Γιάννης Χοντρογιάννης και ο Πετιώτης επιτέθηκαν στην «Χελωνοσπηλιά» της Λυκούριας, με στόχο φοροεισπράκτορα και τραπεζίτη, σε μια ενέργεια που θεωρήθηκε είτε ληστεία είτε στήριξη στον Αγώνα.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο Ιμπραήμ πασάς Αρναούτογλου, ανησυχώντας για τις επιθέσεις, κλείστηκε με τους Τούρκους στους τρεις πύργους των Καλαβρύτων. Στις 21 Μαρτίου 1821, περίπου 650 Έλληνες με επικεφαλής τον Σωτήρη Χαραλάμπη, τον Ασημάκη Φωτήλα, τον Σωτήρη Θεοχαρόπουλο, τον Ιωάννη Παπαδόπουλο, τον Νικόλαο Σολιώτη και τους Πετιμεζαίους, κατέλαβαν τους πύργους. Οι περισσότεροι άνδρες Τούρκοι σφαγιάστηκαν, ενώ γυναίκες και παιδιά αιχμαλωτίστηκαν ή έγιναν υπηρέτες, αποτελώντας την πρώτη πολεμική επιτυχία της Επανάστασης.

Στις 17 Μαρτίου, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και οι συγκεντρωμένοι έφυγαν από την Αγία Λαύρα, έχοντας γνώση της επικείμενης Επανάστασης. Την 20η Μαρτίου, στη Γορτυνία, ο Δημήτριος Πλαπούτας και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κήρυξαν την Επανάσταση στον Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου στο Παλούμπα.

Ο Κολοκοτρώνης, που από τις 6 Ιανουαρίου 1821 βρισκόταν στη Μάνη, έλυσε αντιζηλίες τοπικών οικογενειών και έστειλε οδηγίες για τον ξεσηκωμό στις 25 Μαρτίου, προετοιμάζοντας 2.000 Μανιάτες και Μεσσήνιους με πολεμοφόδια που είχαν φτάσει από τη Σμύρνη. Στις 23 Μαρτίου απελευθερώθηκε η Καλαμάτα, ενώ την ίδια περίοδο ξεσηκώθηκε η Φωκίδα στη Ρούμελη.

Στις 24 Μαρτίου, γύρω στους 5.000 Έλληνες συγκεντρώθηκαν στην Καλαμάτα για την ευλογία της Εκκλησίας. Την 25η Μαρτίου πραγματοποιήθηκε η θρησκευτική και τελετουργική κήρυξη της Επανάστασης, η οποία συνδέθηκε αργότερα με τον θρυλικό όρκο του Παλαιών Πατρών Γερμανού στην Αγία Λαύρα.

Στην Καλαμάτα συστάθηκε η Μεσσηνιακή Γερουσία, με επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που απέστειλε έγγραφο προς τα χριστιανικά έθνη ζητώντας βοήθεια, αποτελώντας την πρώτη πράξη διεθνούς δικαίου της επανάστασης. Στην Πάτρα ιδρύθηκε το Αχαϊκό Διευθυντήριο από τους προεστούς Ανδρέα Λόντο, Χαραλάμπη, Παπαδιαμαντόπουλο και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που στις 26 Μαρτίου παρέδωσε στους ξένους διπλωμάτες επαναστατική διακήρυξη.

Οι προεστοί, σε συνεργασία με τους παλιούς κλέφτες και τους οπλαρχηγούς, είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην έναρξη της Επανάστασης, πραγματοποιώντας τις πρώτες επιθέσεις και δρώντας οργανωτικά για την απελευθέρωση περιοχών.

Εξάπλωση της επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα

Η Φιλική Εταιρεία είχε περιορισμένη παρουσία στους αρματολούς της κεντρικής Ελλάδας, αλλά η θέση τους στα εδάφη του Αλή Πασά ήταν επισφαλής μετά την αναμενόμενη ήττα του από τις δυνάμεις του Σουλτάνου. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στην Πελοπόννησο, η διάδοση της επαναστατικής δραστηριότητας απειλούσε να τους στερήσει την εξουσία στις περιοχές τους και να τους εκθέσει στις Οθωμανικές αρχές. Ωστόσο, οι αρματολοί της Στερεάς ξεπέρασαν τις επιφυλάξεις τους και τέθηκαν επικεφαλής των επαναστατικών δυνάμεων στα αρματολίκια τους.

Στην Στερεά Ελλάδα, η επίσημη κήρυξη της επανάστασης έγινε στις 27 Μαρτίου 1821 στη Μονή Οσίου Λουκά, κοντά στη Λιβαδειά, με παρόντες τους οπλαρχηγούς Αθανάσιο Διάκο και Βασίλη Μπούσγο, καθώς και προκρίτους της περιοχής.

Στο συμβούλιο των οπλαρχηγών στη Μεσσηνία, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πρότεινε ως βασικό στόχο την Τρίπολη, στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου. Μετά από διαφωνία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που είχε οριστεί αρχιστράτηγος, άρχισε πορεία στρατολόγησης στην Αρκαδία. Ανάλογες πορείες έκαναν και άλλοι οπλαρχηγοί σε διάφορες περιοχές.

Στις 29 Μαρτίου, ο Κολοκοτρώνης είχε συγκεντρώσει περίπου 6.000 άνδρες και προσπάθησε να πολιορκήσει την Καρύταινα, αλλά στην πρώτη έξοδο των Τούρκων, το στράτευμα διαλύθηκε. Παρά την αποτυχία, ο Κολοκοτρώνης μεθοδικά εγκατέστησε φρουρές σε επίκαιρα σημεία γύρω από την Τρίπολη — Λεβίδι, Πιάνα, Χρυσοβίτσι, Βέρβαινα, Βαλτέτσι, Τρίκορφα — για να ελέγχονται οι δρόμοι που οδηγούσαν στην πόλη.

Η κατάληψη του κάστρου των Σαλώνων 1821″, Louis Dupré (1825)

Η επανάσταση επεκτάθηκε γρήγορα σε όλη την Πελοπόννησο και την Ανατολική Στερεά και είχε μεγάλη επιτυχία, αφού πέρασαν στον έλεγχο των επαναστατών πολύ σύντομα: Καλάβρυτα (21 Μαρτίου), Καλαμάτα (23 Μαρτίου), Αίγιο (23 Μαρτίου), Πάτρα (25 Μαρτίου), Γαλαξίδι (26 Μαρτίου), Άργος, Καρύταινα, Μεθώνη, Νεόκαστρο, Φανάρι, Γαστούνη, Ναύπλιο στην Πελοπόννησο και Σάλωνα (Πανουργιάς, 27 Μαρτίου), Λιδωρίκι (Σκαλτσάς, 28 Μαρτίου), Μαλανδρίνο (Σκαλτσάς, 30 Μαρτίου), Λιβαδειά (Διάκος, 31 Μαρτίου), Θήβα (Μπούσγος, 3 Απριλίου), Αταλάντη στη Στερεά Ελλάδα.

Οι Οθωμανοί περιορίστηκαν στα κάστρα, όπου είχαν αρχίσει οι πολιορκίες. Τα σπουδαιότερα από αυτά τα κάστρα ήταν: Ρίο και Αντίρριο, Πάτρα, Ακροκόρινθος πάνω από την Κόρινθο, τα δύο κάστρα του Ναυπλίου (Παλαμήδι και Μπούρτζι), Μονεμβασιά, Μεθώνη, Κορώνη, Νεόκαστρο και Παλαιόκαστρο του Ναυαρίνου (Πύλος) και Τρίπολη. Στο κάστρο του Άργους, που ήταν παραμελημένο, δεν κλείστηκαν Οθωμανοί.

Τα κάστρα ήταν κυρίως παράλια σε δύσβατα σημεία και είχαν πλεονέκτημα λόγω δυνατότητας τροφοδοσίας από τον οθωμανικό στόλο, εκτός από το κάστρο της Τρίπολης. Μέχρι το τέλος Μαρτίου οι μουσουλμάνοι της Πελοποννήσου, εκτός από τους Λαλαίους Αλβανούς, είχαν απωθηθεί ή εγκαταλείψει τα πεδινά και είχαν περιοριστεί στα κάστρα. Οι περισσότεροι συγκεντρώθηκαν στην Τρίπολη.

Τα κάστρα πολιορκούσαν ομάδες ατάκτων υπό τη διοίκηση ντόπιων καπεταναίων, προεστών ή ιεραρχών που είχαν ξεσηκωθεί. Ο αριθμός των πολιορκητών αυξομειώνονταν ανάλογα με τις περιστάσεις. Η πιο οργανωμένη πολιορκία ήταν της Τρίπολης από τον Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά. Δεν ήταν ασφυκτική, αλλά επιτελική, με κατοχή και οχύρωση καίριων υψωμάτων γύρω από την πόλη, που έλεγχαν τις προσβάσεις προς αυτή. Το οθωμανικό ιππικό όμως έλεγχε το οροπέδιο, επιτρέποντας τον ανεφοδιασμό της πόλης.

Αρχές Απριλίου άρχισαν να κινούνται και τα νησιά. Παρόλο που η Φιλική Εταιρεία είχε διείσδυση σε αυτά, παρατηρείται σχετική καθυστέρηση στον ξεσηκωμό, που οφείλεται σε τοπικές οργανωτικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες. Σε κάποια νησιά, λαϊκές εξεγέρσεις προηγούνται και επισπεύδουν την κήρυξη της επανάστασης.

Στις 27 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε κίνημα στην Ύδρα από τον πλοίαρχο Αντώνη Οικονόμου, με σκοπό να πιέσει τους πρόκριτους του νησιού να στηρίξουν την επανάσταση. Οι νοικοκυραίοι (πλοιοκτήτες) ήταν διστακτικοί, και ο Οικονόμου ίδρυσε στις 31 Μαρτίου τη Διοίκηση, σε αντιδιαστολή με την υπάρχουσα Καγκελαρία. Υπό την πίεση του κινήματος και λόγω της απόφασης των Σπετσών να συμμετάσχουν, οι Υδραίοι πρόκριτοι άλλαξαν στάση και τάχτηκαν υπέρ της επανάστασης, που κηρύχθηκε επισήμως στο νησί στις 15 Απριλίου.

Ήδη από τις 3 Απριλίου είχαν ξεσηκωθεί οι Σπέτσες από ντόπιους Φιλικούς, ακολούθησαν ο Πόρος, η Σαλαμίνα, η Αίγινα, και στις 10 Απριλίου τα Ψαρά. Την ίδια μέρα ο αρματολός Γιάννης Δυοβουνιώτης μπήκε στην Μπουδουνίτσα (Μενδενίτσα) της Ρούμελης. Στην Αττική, ο Φιλικός Μελέτης Βασιλείου και άλλοι ντόπιοι μικροκαπετάνιοι, αφού στρατολόγησαν αγρότες και χωρικούς, μπήκαν αιφνιδιαστικά στην Αθήνα στις 15 Απριλίου, περιορίζοντας τους μουσουλμάνους στο κάστρο της Ακρόπολης, και την ίδια μέρα η Ύδρα κήρυξε επισήμως την επανάσταση.

Στις 18 Απριλίου οι Ρουμελιώτες αρματολοί Διάκος, Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς μπήκαν στο Πατρατζίκι (Υπάτη), και την ίδια μέρα ξεσηκώθηκε η Σάμος με τον καπετάνιο Κωνσταντή Λαχανά, σηκώνοντας τη σημαία της επανάστασης στο Βαθύ. Από τις 8 Μαΐου ανέλαβε την ηγεσία της επανάστασης στο νησί ο Φιλικός Λυκούργος Λογοθέτης.

Ενώ οι λόγιοι πρωτεργάτες εμπνέονταν από την αρχαία Ελλάδα και χρησιμοποιούσαν την καθαρεύουσα, οι ίδιοι οι εξεγερμένοι μιλούσαν δημοτική. Ο E. Hobsbawm ισχυρίζεται πως η αναδρομή στην αρχαιότητα δεν επηρέασε τους απλούς αγωνιστές, που πολεμούσαν περισσότερο για τη Ρώμη παρά για την Ελλάδα. Ο Παύλος Τζερμιάς αντικρούει αυτή την άποψη, υπογραμμίζοντας ότι η Επανάσταση ήταν πολύπλοκο φαινόμενο, όπου συνυπάρχουν το εθνικό και το κοινωνικο-οικονομικό στοιχείο.

Για τους πολεμιστές, η επανάσταση είχε έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα: τα γεγονότα αποδίδονταν στο Θεό, και οι πολεμικές συγκρούσεις πλαισιώνονταν από θρησκευτικές τελετές (δοξολογίες, λειτουργίες, ορκωμοσίες, αγιασμοί). Τα επαναστατικά λάβαρα έφεραν κυρίως τον σταυρό.

Ο αυτοπροσδιορισμός ήταν ως τότε «Ρωμιοί» ή «Ρωμαίοι», ενώ περιορισμένη ήταν η χρήση του «Γραικοί». Μέσα στους πρώτους μήνες της επανάστασης γενικεύτηκε η χρήση της ονομασίας «Έλληνες», που ενέπνεε ανδρεία και ταύτιζε τους πολεμιστές με τους θρυλικούς ήρωες του παρελθόντος.

Από την αρχή έγινε αντιληπτό ότι η Επανάσταση ήταν Ελληνο-Οθωμανική σύγκρουση με θρησκευτικό και εθνικό χαρακτήρα. Κατά τον ιστορικό L. Stavrianos, οι σφαγές ήταν απαραίτητο συνοδευτικό ενός αγώνα που έφερνε αντιμέτωπους Έλληνες υπηκόους με Τούρκους αφεντάδες, Έλληνες χωρικούς με Τούρκους γεωκτήμονες και Έλληνες χριστιανούς με Τούρκους μουσουλμάνους. Οι αμοιβαίες επιθέσεις ενέτειναν τη θρησκευτική έχθρα και μετέτρεψαν την επανάσταση σε αγώνα για ιερή αντεκδίκηση, όπου η εθνική ταυτότητα βάθαινε τη θρησκευτική διαφορά.

Αντίδραση των Οθωμανικών αρχών

«Ο Πατριάρχης Γρηγορίος Ε΄ συρόμενος στην αγχόνη», Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Νικηφόρου Λύτρα

Η αντιμετώπιση της επανάστασης από την οθωμανική διοίκηση έγινε μέσα στο νομικό πλαίσιο του ισλαμικού νόμου, της σαρίας.

Για τους Οθωμανούς, τα γεγονότα συνιστούσαν «κακόπιστη αποστασία»: οι επαναστάτες είχαν παραβιάσει τη συμφωνία τους (dhimma / zimmet) με την ισλαμική διοίκηση, χάνοντας έτσι τη θέση τους ως ζιμμήδες, δηλαδή προστατευόμενοι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι του Σουλτάνου, και μεταβάλλονταν σε χαρμπίς, εχθρούς σε εμπόλεμη κατάσταση.

Αρχικά, η οθωμανική διοίκηση προσπάθησε να διακρίνει ανάμεσα σε Έλληνες του Ρουμ μιλλέτ και μη, και σε επαναστατημένους και μη. Ωστόσο, καθώς η επανάσταση εξαπλωνόταν, εξέλιπαν τα μέσα και η βούληση των οθωμανικών αρχών για τήρηση της διάκρισης, και έλαβαν χώρα προληπτικές ενέργειες.

Η νομική βάση των μέτρων καταστολής της επανάστασης περιγράφεται σε φετφά (ιεροδικαστική γνωμοδότηση) που περιλαμβάνεται σε σουλτανικό φιρμάνι. Εκεί αναφέρεται ότι σε κάθε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου εκδηλώνεται επανάσταση, επιτρέπεται η σφαγή των Χριστιανών, η απαγωγή των γυναικών, ο εξισλαμισμός των παιδιών και η αρπαγή της περιουσίας τους.

Σε περιοχές όπου δεν εκδηλώνεται επανάσταση, οι Ρωμιοί δεν καταδιώκονται, εφ’ όσον οι πνευματικοί τους αρχηγοί και οι πρόκριτοι εγγυώνται την υποταγή, θέτοντας ως υποθήκη την προσωπική τους περιουσία.

Αντίποινα κατά αμάχων

Η είδηση για την Επανάσταση στη Βλαχία είχε φτάσει στην Κωνσταντινούπολη την 1η Μαρτίου 1821, και τότε είχαν αρχίσει τα πρώτα αντίποινα κατά των Ελλήνων. Η είδηση για την Πελοπόννησο έφτασε στον Βρετανό διπλωμάτη Λόρδο Strangford στην Κωνσταντινούπολη το απόγευμα της 2ας Απριλίου, σταλμένη από τον Βρετανό πρόξενο στην Πάτρα. Αυτός με τη σειρά του ενημέρωσε την Πύλη.

Τότε ο Μέγας Βεζύρης κάλεσε επειγόντως τον Πατριάρχη και τον Δραγουμάνο Κ. Μουρούζη, κατηγορώντας τους ότι γνώριζαν για την εξέγερση και συνεργάζονταν με τον Π. Μαυρομιχάλη. Ο Σουλτάνος ζήτησε φετφά από τον Σεΐχ-ουλ-Ισλάμ, ανακοινώνοντας Ιερό Πόλεμο εναντίον των Ελλήνων απίστων. Αυτός αρνήθηκε την έκδοση του φετφά, λόγος για τον οποίο εκτελέστηκε και αντικαταστάθηκε από περισσότερο συνεργάσιμο ιερωμένο.

Ο Πατριάρχης, αφού συνάντησε το Σουλτάνο, κάλεσε τους ηγέτες και άλλους λαϊκούς εκ των Ελλήνων για να συζητήσουν για την κατάσταση. Ο Σουλτάνος Μαχμούντ είχε απαιτήσει τον αφορισμό όσων είχαν ξεσηκωθεί και είχαν σκοτώσει αθώους Τούρκους. Ο Πατριάρχης προέτρεψε τους Έλληνες να φύγουν από την Πόλη, λέγοντας ότι ο ίδιος θα παραμείνει:

“Πιστεύω ότι το τέλος μου πλησιάζει αλλά πρέπει να παραμείνω στη θέση μου για να πεθάνω. Αν μείνω, οι Τούρκοι δεν θα βρουν πρόσχημα για να σφαγιάσουν τους Χριστιανούς της πρωτεύουσας.”

Η επιστολή αφορισμού εμφανίστηκε την Κυριακή των Βαΐων, 4 Απριλίου, σε όλες τις εκκλησίες της Πόλης, υπογραμμένη από τον Πατριάρχη, τον Πολύκαρπο Ιεροσολύμων και 21 άλλους επισκόπους. Αυτό όμως δεν έπεισε τον Σουλτάνο για τη νομιμοφροσύνη των Ελλήνων ηγετών. Την ίδια Κυριακή διέταξε την εκτέλεση του Κων. Μουρούζη.

Ανήμερα το Πάσχα (10 Απριλίου 1821), μετά τη θεία λειτουργία, καθαιρέθηκε και απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ (πάνω από 70 ετών τότε) και άλλοι επίσκοποι. Το σώμα του Πατριάρχη, αφού έμεινε κρεμασμένο για τρεις μέρες, περιφέρθηκε στην πόλη από τον όχλο, μεταφέρθηκε με ακάτιο και ρίχτηκε στη μέση του Κεράτιου κόλπου.

Η εκτέλεση του Πατριάρχη έδωσε το έναυσμα για διωγμούς κατά των Χριστιανών κατά τις επόμενες εβδομάδες. Μουσουλμανικός όχλος περιφερόμενος στους δρόμους μπήκε στις εκκλησίες και τις λεηλάτησε. Περίπου 14 ναοί υπέστησαν βαριές καταστροφές, ενώ εισβολή και καταστροφές έγιναν και στο Πατριαρχείο.

Οι Έλληνες καταδιώκονταν και εκτελούνταν στους δρόμους, γεγονότα που περιγράφονται και από ξένους που βρίσκονταν στην Πόλη. Αρχικά φονεύονταν μεμονωμένα άτομα, κυρίως ηγέτες της κοινότητας. Κατά τον Μάιο έγιναν και ομαδικοί φόνοι. Εκατοντάδες άτομα αναγκάζονταν να επιβιβαστούν σε πλοία με τη δικαιολογία ότι δήθεν θα εξοριστούν, αλλά πνίγονταν στη θάλασσα. Παρά τους φοβερούς διωγμούς, δεν αναφέρεται καμιά περίπτωση αρνησιθρησκείας, αν και σχεδόν πάντοτε πριν από τη θανάτωση στα θύματα προτεινόταν η αλλαξοπιστία για να σώσουν τη ζωή τους.

Τα αντίποινα κατά των αμάχων περιγράφει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων σε ομιλία του τον Οκτώβριο του 1821 στην Οδησσό. Μεταξύ άλλων εξηγεί ότι πολλοί Χριστιανοί θανατώνονταν με πνιγμό στη θάλασσα γιατί ήταν εποχή Ραμαζανίου, όπου απαγορεύεται να χύνεται αίμα δημοσίως.

Διωγμοί έγιναν και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας που το ελληνικό στοιχείο ήταν σημαντικό, όπως η Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Κυδωνίες (Αϊβαλί), Ρόδος και Κύπρος. Δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί η έκταση και ο αριθμός των θυμάτων των σφαγών σε αυτές τις περιοχές.

Εκτελέστηκαν Έλληνες που είχαν αξιώματα και συγγενείς τους, κληρικοί μεταξύ των οποίων ο μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος Καλλιάρχης, αλλά και ανώνυμοι που συλλαμβάνονταν σε επαρχίες ως ύποπτοι και αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη.

Στρατιωτικές αντιδράσεις

Η πρώτη στρατιωτική αντίδραση των Οθωμανών στις ειδήσεις για την εξέγερση των Ελλήνων ήρθε από τον Γιουσούφ πασά Σέρεζλη (από τις Σέρρες). Βρισκόταν με στρατό στο Βραχώρι (Αγρίνιο) καθ’ οδόν προς την Εύβοια όταν έμαθε για την πολιορκία της Πάτρας. Στις 3 Απριλίου 1821, διέσχισε το Ρίο και εισήλθε στην Πελοπόννησο, όπου έκαψε την Πάτρα, αιφνιδίασε και διέλυσε τους πολιορκητές του φρουρίου και εγκαταστάθηκε εκεί.

Το φρούριο (ακρόπολη) της Πάτρας, καθώς και τα γειτονικά φρούρια του Μοριά (Ρίο) και της Ρούμελης (Αντίρριο), παρέμειναν στα χέρια των Οθωμανών καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, προσφέροντας στα τουρκικά στρατεύματα μια σημαντική δίοδο πρόσβασης προς τα ενδότερα της Πελοποννήσου.

Η μάχη της Αλαμάνας

Στις 3 Μαΐου 1821 εκδόθηκε φιρμάνι από τον Σουλτάνο Μαχμούτ Β’ προς το στρατάρχη της Ρούμελης Αχμέτ Χουρσίτ πασά, τους ιεροδικαστές όλων των καζάδων (επαρχιών) και τους προκρίτους των Μουσουλμάνων που διέτασσε γενική σφαγή των επαναστατών, καταστροφή των περιουσιών τους και εξανδραποδισμό των γυναικόπαιδων.

Η στρατιωτική απάντηση του Χουρσίτ πασά της Πελοποννήσου, που βρισκόταν[7] στα Γιάννενα διευθύνοντας τις επιχειρήσεις εναντίον του Αλή πασά, προέβλεπε την προσβολή της εξέγερσης στην Πελοπόννησο με τακτικό στρατό, πεζικό και ιππικό, από δύο μεριές: Από τη μια απευθείας διεκπεραίωση στρατευμάτων μέσω Ρίου-Αντιρρίου και από την άλλη κάθοδο διαμέσου της ανατολικής Στερεάς με καταστολή της εξέγερσης που είχε ήδη αρχίσει εκεί. Το πρώτο σκέλος των στρατευμάτων υπό τη διοίκηση του Μουστάμπεη, πέρασε στην Πελοπόννησο πολύ νωρίς (6 Απριλίου) και επιδόθηκε σε συστηματικές καταστροφές πόλεων που είχαν περιέλθει στους εξεγερμένους. Το δεύτερο σκέλος των στρατευμάτων υπό τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ βρισκόταν στη Φθιώτιδα στις 19 Απριλίου με εντολή τη διενέργεια τακτικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων από βορά προς νότο.

Τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα που (μια μέρα πριν) είχαν καταλάβει την Υπάτη, αποφάσισαν να την εγκαταλείψουν και να αντιμετωπίσουν την οθωμανική στρατιά στην Φθιώτιδα σε τρία σημεία: Ο Πανουργιάς στη Χαλκωμάτα, ο Δυοβουνιώτης στο Γοργοπόταμο και ο Διάκος στην Αλαμάνα. Στις 23 Απριλίου, ο Ομέρ Βρυώνης επιτέθηκε και στα τρία σημεία ταυτόχρονα. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης αναγκάστηκαν σε υποχώρηση, όμως το τμήμα του Διάκου που αντιστάθηκε πεισματικά στη γέφυρα της Αλαμάνας σφαγιάστηκε και ο ίδιος συνελήφθη επιτόπου και πέθανε με φρικτά βασανιστήρια. Λίγες μέρες αργότερα τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα ηττήθηκαν στο Ελευθεροχώρι της Λαμίας. Στις 8 Μαΐου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κατάφερε πλήγμα στον Ομέρ Βρυώνη στο χάνι της Γραβιάς. Με 120 μαχητές αντιμετώπισε επιτυχημένα όλη την ημέρα τις οθωμανικές επιθέσεις προξενώντας τους σημαντικές απώλειες και αποσύρθηκε τη νύχτα προς τα βουνά, με ελάχιστες δικές του απώλειες. Λίγες μέρες αργότερα οθωμανικό στρατιωτικό σώμα απέτυχε να καταλάβει τα Βλαχοχώρια της Γκιώνας, που υπερασπίζονταν ο Γιάννης Γκούρας. Οι τελευταίες αυτές επιτυχίες αναπτέρωσαν το ηθικό των επαναστατημένων και προβλημάτισαν τους Τούρκους, που αποσύρθηκαν προσωρινά στην Μενδενίτσα.

Ναυτικό κανόνι του 1821

Στις 6 Απριλίου 1821 πέρασε μέσω Ρίου στην Πελοπόννησο ο Μουστάμπεης, κεχαγιάμπεης του Χουρσίτ πασά, με εντολή την καταστολή της εξέγερσης. Έκαψε τη Βοστίτσα (Αίγιο), διέλυσε την πολιορκία του Ακροκόρινθου, έκαψε το Άργος, σύντριψε την αντίσταση στον ποταμό Ξεριά, διέλυσε την πολιορκία του Ναυπλίου και μπήκε πανηγυρικά στην Τρίπολη στις 6 Μαΐου.

Στις 12 Μαΐου, ο Μουστάμπεης επιχείρησε μια πρώτη απόπειρα διάσπασης της πολιορκίας της Τρίπολης, επιτιθέμενος με ισχυρές δυνάμεις στο Βαλτέτσι από βορρά και νότο. Τη θέση υπεράσπισαν στρατιωτικά σώματα των Μαυρομιχαλαίων (Κυριακούλης, Ηλίας και Γιάννης), του Κολοκοτρώνη, των Πλαπουταίων και άλλων καπεταναίων. Την επόμενη ημέρα, η υποχώρηση του Μουστάμπεη μετατράπηκε σε άτακτη φυγή λόγω ελληνικής αντεπίθεσης, με σημαντικές απώλειες.

Επιζητώντας να ανοίξει δρόμο προς τη Μεσσηνία, ο Μουστάμπεης επιτέθηκε στις 18 Μαΐου στα Δολιανά και τα Βέρβαινα, όπου ηττήθηκε ξανά από τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα και επέστρεψε άπρακτος στην Τρίπολη. Οι νίκες αυτές, που οφείλονταν στην επιμονή, τη μεθοδικότητα και τις στρατηγικές ικανότητες του Κολοκοτρώνη (αρχιστράτηγου από τις αρχές Μαΐου), επέτρεψαν τη στενότερη πολιορκία των φρουρίων, στα οποία άρχισαν να εμφανίζονται ελλείψεις, αφού ο ελληνικός στόλος είχε ήδη περιορίσει την από θαλάσσης τροφοδοσία τους.

Οι πολιορκημένοι της Μονεμβασιάς και του Νεόκαστρου παραδόθηκαν στους επαναστάτες τον Ιούνιο και τον Αύγουστο αντίστοιχα, ενώ στις 23 Σεπτεμβρίου έπεσε η Τριπολιτσά, με τη σφαγή ενόπλων και αμάχων, Μουσουλμάνων και Εβραίων.

Στις πρώτες εξόδους και περιπολίες του Απριλίου, ο ελληνικός στόλος κατέλαβε αρκετά πλοία και συγκέντρωσε μεγάλες ποσότητες λαφύρων. Η θέα του ελληνικού στόλου με την επαναστατική σημαία ενθάρρυνε τα νησιά και τις παραθαλάσσιες περιοχές να ξεσηκωθούν, ενώ τα πληρώματα συμμετείχαν οπλισμένα στις επιχειρήσεις. Σημαντική ήταν επίσης η συμβολή του στόλου στον από θαλάσσης αποκλεισμό και κανονιοβολισμό φρουρίων όπως το Ναύπλιο και η Μονεμβασιά.

 

Η πολιτική των δυτικών δυνάμεων κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης —κυρίως Βρετανία, Αυστρία, Ρωσία, Γαλλία και Πρωσία— συναντήθηκαν στο Παρίσι το 1815, όπου συνήψαν συμφωνία με σκοπό τη διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη. Όταν ξέσπασε η ελληνική επανάσταση, οι μεγάλες δυνάμεις ήταν ήδη απασχολημένες με τις επαναστάσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας, και η ελληνική υπόθεση θεωρήθηκε ανεπιθύμητη.

Ο καγκελάριος της Αυστρίας Μέτερνιχ, δυσαρεστημένος από τα νέα για την επανάσταση, προσπάθησε να πείσει τον τσάρο της Ρωσίας να υιοθετήσει στάση εναντίον των Ελλήνων. Ο φόβος του Μέτερνιχ και των άλλων δυνάμεων ήταν ότι εμπλοκή της Ρωσίας σε πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα άλλαζε τις ισορροπίες στην Ευρώπη, ενισχύοντας τη Ρωσία και φέρνοντάς την στη Μεσόγειο.

Η Βρετανία κατέλαβε την πλέον αρνητική στάση κατά το πρώτο έτος της επανάστασης, ελπίζοντας στην ταχεία καταστολή της πριν η Ελλάδα τεθεί υπό την προστασία του Ρώσου αυτοκράτορα Αλεξάνδρου. Ο τότε υπουργός εξωτερικών Castlereagh συμμεριζόταν τις απόψεις του Μέτερνιχ, αν και έδειχνε κάποια κατανόηση για τους Έλληνες. Στις πρώτες επαναστατικές κινήσεις στην Πελοπόννησο, οι βρετανικές αρχές των Ιονίων Νήσων και οι προξενικές αρχές στην Πάτρα και αλλού τήρησαν σαφώς φιλοτουρκική στάση.

Η ρωσική κυβέρνηση επίσης είδε αρνητικά την επανάσταση, καθώς αφενός δημιουργούσε εμπόδια στις ρωσικές εξαγωγές σιτηρών μέσω των Δαρδανελίων, αφετέρου δεν ήθελε να αλλάξει το status quo στην Ευρώπη και να κινδυνεύσει η μοναρχία. Έτσι, ο τσάρος τήρησε ουδέτερη στάση, ενώ οι Έλληνες επαναστάτες διατηρούσαν αρχικά την ψευδαίσθηση ότι θα λάμβαναν βοήθεια από τη Ρωσία.

Στα τέλη του 1822 έγινε σύνοδος των μεγάλων δυνάμεων στη Βερόνα, με κύριο θέμα την κατάσταση στην Ισπανία και την Ιταλία· το «Ανατολικό ζήτημα» δεν συζητήθηκε επίσημα, αν και υπήρχαν έντονες ανεπίσημες διαβουλεύσεις. Ο Castlereagh πέθανε λίγο πριν από τη σύνοδο και τον διαδέχτηκε ο G. Canning, ο οποίος θεωρείται καθοριστικός για τη μεταστροφή της βρετανικής πολιτικής υπέρ της ελληνικής υπόθεσης. Αρχικά, ο Κάνινγκ τήρησε ουδέτερη στάση, φοβούμενος επέμβαση άλλων δυνάμεων και αποσταθεροποίηση της Ευρώπης.

Η πρώτη σαφής κίνηση υπέρ της Ελλάδας από τη Βρετανία έγινε τον Μάρτιο του 1823, με την αναγνώριση των Ελλήνων ως εμπολέμων και του δικαιώματός τους να εφαρμόζουν ναυτικό αποκλεισμό.

Η επανάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα

Στις 7 Μαΐου επαναστάτησαν πρώτα οι Μηλιές και τα Εικοσιτέσσερα (τα χωριά του Πηλίου) στη Θεσσαλία, όπου ο υπεύθυνος για την περιοχή Φιλικός Άνθιμος Γαζής είχε προετοιμάσει το έδαφος από νωρίς με σημαντική εθνεγερτική δράση και επαφές με τους ντόπιους αρματολούς Μπασδέκηδες (Κυριάκο και Παναγιώτη).

Οι ισχυροί προεστοί (κοτζαμπάσηδες) ήταν αρχικά πολύ αρνητικοί στην ιδέα της επανάστασης, αλλά όταν εμφανίστηκαν από το Τρίκερι τρία πλοία του ελληνικού στόλου, ο λαός δεν μπορούσε πλέον να συγκρατηθεί. Στις 9 Μαΐου, οι επαναστάτες από όλα τα χωριά μαζεύτηκαν έξω από το Βόλο και πολιόρκησαν τους Οθωμανούς που κλείστηκαν στο φρούριο της πόλης. Στην πολιορκία βοήθησαν και τα ελληνικά πλοία με τα πληρώματά τους.

Στις 11 Μαΐου, οι επαναστάτες μπήκαν στο Βελεστίνο, όπου οι Οθωμανοί είχαν κλειστεί στους τέσσερις ισχυρότερους πύργους. Την ίδια μέρα συγκεντρώθηκαν αντιπρόσωποι από τα επαναστατημένα χωριά, κηρύχθηκε επίσημα η επανάσταση και συστάθηκε η Βουλή της Θετταλομαγνησίας, με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή και γραμματέα τον Φίλιππο Ιωάννου.

Οι επαναστάτες στη Θεσσαλία ήταν κατά πλειοψηφία άτακτοι χωρικοί, χωρίς στρατιωτική εμπειρία ή επαρκή όπλα και πολεμοφόδια. Όταν λίγες μέρες αργότερα εμφανίστηκε πολυπληθής οθωμανική στρατιά από τη Λάρισα, υπό τη διοίκηση του Μαχμούτ πασά Δράμαλη (από τη Δράμα), διαλύθηκαν αμέσως προς τα χωριά τους. Ο Δράμαλης έκαψε την Κάπουρνα και τα Κανάλια, ανέβηκε μέχρι τη Μακρυνίτσα και απαίτησε από όλα τα χωριά να πληρώσουν μεγάλα πρόστιμα. Οι περισσότεροι επαναστάτες υπέκυψαν φοβισμένοι, ενώ οι κοτζαμπάσηδες προσκύνησαν φέρνοντας πλούσια δώρα στον Δράμαλη.

Ο Δράμαλης προωθήθηκε προς το Λαύκο, επιδιώκοντας να φτάσει στις Μηλιές, το στρατηγείο της επανάστασης, αλλά στις 25 Μαΐου συνάντησε αντίσταση στα Λεχώνια και δεν προχώρησε. Στις Μηλιές η κατάσταση ήταν αντιφατική: οι κοτζαμπάσηδες ήθελαν να προσκυνήσουν, ενώ οι επαναστάτες με τον Γαζή ήθελαν να αντισταθούν. Τελικά ο Γαζής αναγκάστηκε να φύγει στη Σκιάθο, και οι Μηλιές προσκύνησαν στα μέσα Ιουνίου, όταν ο Δράμαλης έφτασε μέχρι τη Μηλίνα και δεν προχώρησε παραπέρα. Οι επαναστάτες που απέμειναν προωθήθηκαν προς το Τρίκερι, ενώ πολλά γυναικόπαιδα πέρασαν σε Σκιάθο και Σκόπελο. Όταν αποχώρησε ο Δράμαλης, η επανάσταση παρέμεινε ζωντανή στο Λαύκο, την Αργαλαστή, το Προμμύρι και το Τρίκερι.

Την ίδια μέρα που γινόταν η μάχη στη Γραβιά (8 Μαΐου), και μία μέρα μετά την έναρξη της επανάστασης στη Θεσσαλία, επαναστάτησε και το γειτονικό Ξεροχώρι (Ιστιαία) στη βόρεια Εύβοια. Από εκεί η επανάσταση διαδόθηκε στη Λίμνη και στην Κύμη, που ανήκε στο ισχυρό πασαλίκι του Εγρίπου (Ευρίπου) με πρωτεύουσα τη Χαλκίδα, όπου υπήρχαν σημαντικές οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Τέλη Μαΐου, οι επαναστάτες προσπάθησαν δύο φορές να πολιορκήσουν τη Χαλκίδα, χωρίς όμως επιτυχία, και στη συνέχεια καταδιώχθηκαν από το οθωμανικό ιππικό, που τους προκάλεσε μεγάλες απώλειες.

Η επανάσταση στη Μακεδονία, Θράκη, Κρήτη και Δυτική Ελλάδα

Στις 23 Μαρτίου, ο Φιλικός Εμμανουήλ Παππάς, αφού φόρτωσε σε ένα καράβι όπλα και πυρομαχικά που είχε αγοράσει με δικά του χρήματα, αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη για το Άγιο Όρος, με εντολή να οργανώσει την επανάσταση στη Μακεδονία. Πολλοί καλόγεροι ξεσηκώθηκαν έτοιμοι να τον ακολουθήσουν και έγιναν επαφές με Μακεδόνες οπλαρχηγούς σε προσπάθεια για συντονισμένη εξέγερση.

Μετά την αποτυχία των προσπαθειών συντονισμού ταυτόχρονης έκρηξης της επανάστασης στον Όλυμπο και τη Χαλκιδική, ο Παππάς στα τέλη Μαΐου κήρυξε στο Άγιο Όρος την επανάσταση. Οι επαναστάτες κατάφεραν σύντομα να απελευθερώσουν ολόκληρη τη Χαλκιδική, τα Βασιλικά Θεσσαλονίκης και την περιοχή της Βόλβης. Η οθωμανική αντίδραση ήταν άμεση, με συλλήψεις ομήρων και καταλήψεις πόλεων. Ιδιαίτερα δεινοπάθησε η Θεσσαλονίκη, όπου εξοντώθηκαν τουλάχιστον 25.000 Έλληνες και οι περιουσίες τους δημεύτηκαν ή καταστράφηκαν. Χρειάστηκαν τουλάχιστον πενήντα χρόνια για να επανέλθει ο ελληνισμός της πόλης στα προ του 1821 επίπεδα.

Εξεγέρσεις σημειώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στη Στρώμνιτσα (με τους Διακόπουλο και Διαμαντή), στη Γευγελή, στις Τίκφες, στη Βόρεια Πίνδο (περιοχή Γρεβενών), στο Λαγκαδά, καθώς και στη Θάσο. Οι Θασίτες, με τη βοήθεια Ψαριανών, επιχείρησαν ανεπιτυχώς να απελευθερώσουν την Καβάλα. Οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και του Βερμίου ήταν διστακτικοί και περίμεναν ενισχύσεις σε μαχητές και πολεμοφόδια από τη νότια Ελλάδα. Μόνο ο Διαμαντής Νικολάου προσφέρθηκε να εξεγερθεί άμεσα και πέρασε με το στρατιωτικό σώμα του στη Χαλκιδική τον Ιούνιο.

Στη Θράκη επαναστάτησε το Μάρτιο η Σωζόπολη, το Μάιο η Καλλίπολη και στη συνέχεια το Διδυμότειχο, καθώς και η Σαμοθράκη. Τοπικές εξεγέρσεις σημειώθηκαν επίσης σε Φιλιππουπόλεια, Βάρνα, Αγχίαλο, Μεσημβρία, Μάκρη, Μαρώνεια και Κεσσάνη. Οι εξεγέρσεις στη Θράκη καταστάλθηκαν εντός του ίδιου έτους με την ήττα των επαναστατών στη Μάχη του Σαλτικίου και το Ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης.

Στις 21 Μαΐου, προεστοί από όλες τις επαρχίες και ντόπιοι οπλαρχηγοί συγκεντρώθηκαν στο Λουτρό των Σφακιών, ίδρυσαν Καγκελαρία και κήρυξαν την επανάσταση στην Κρήτη. Στο νησί υπήρχε ισχυρό και εμπειροπόλεμο τουρκικό στοιχείο, και η επανάσταση καταπνίγηκε γρήγορα με κατάληψη και της κοιτίδας της στα Σφακιά.

Στην Αιτωλοακαρνανία, οι αρματολοί αρχικά απέφυγαν να εμπλακούν. Στις 20 Μαΐου, επαναστάτησε το Μεσολόγγι με τον αρματολό του Ζυγού Δημήτρη Μακρή, και την επόμενη ημέρα ο Μακρής ξεσήκωσε και το Αιτωλικό. Στις 25 Μαΐου, ο Γιώργος Βαρνακιώτης κήρυξε την επανάσταση στο Ξηρόμερο, ενώ στις 4 Ιουνίου επαναστάτησε και το Καρπενήσι με τους Γιολντάσηδες.

Η καθυστέρηση στη Δυτική Ελλάδα φαίνεται να οφείλεται στην ύπαρξη ισχυρών οθωμανικών δυνάμεων στην Ήπειρο, λόγω της στρατιωτικής αντιπαράθεσης της Πύλης με τον Αλή Πασά, αλλά και στην απροθυμία ισχυρών αρματολών (Γιώργος Βαρνακιώτης, Ανδρέας Ίσκος) να εμπλακούν, πιθανώς λόγω φόβου απώλειας των προνομίων τους.

 

Ο θαλάσσιος αγώνας


Κωνσταντίνος Βολανάκης, Η πυρπόληση της τουρκικής φρεγάτας στον κόλπο της Ερεσού από τον Δημήτριο Παπανικολή.

Οι Έλληνες επαναστάτες δεν διέθεταν πολεμικό στόλο, ωστόσο κατάφεραν να μετασκευάσουν σε πολεμικά τα πολλά εμπορικά τους καράβια, κυρίως των τριών ναυτικών νησιών (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά) ενώ σημαντική ναυτική δύναμη διέθετε και η Κάσος και με αυτά να πετύχουν την σχεδόν απόλυτη κυριαρχία στο Αιγαίο. Ιδιαίτερα αποτελεσματικά ήταν επίσης τα πυρπολικά που κατασκεύασαν, τα οποία κατέστησαν, σταδιακά, τεράστια απειλή για τα βαριά και δυσκίνητα σε σχέση με τα ελαφρότερα ελληνικά, Οθωμανικά καράβια. Ένας ακόμη σημαντικός λόγος για τον οποίο οι Έλληνες υπερτερούσαν στη θάλασσα ήταν το γεγονός πως τα ελληνικά πληρώματα ήταν έμπειρα λόγω προηγούμενης προϋπηρεσίας τους για λογαριασμό των ίδιων των Τούρκων ή των Άγγλων (στα Επτάνησα). Στον αντίποδα, τα τουρκικά σκάφη δεν διέθεταν ανάλογης ποιότητας πληρώματα.

Τον Μάιο πλοία του ελληνικού στόλου υπό τη διοίκηση του Γιακουμάκη Τομπάζη προσέγγισαν στη Χίο, σε μια προσπάθεια να πεισθούν οι Χιώτες να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Δεν υπήρξε ανταπόκριση ούτε από τους επώνυμους αλλά ούτε από τους χωρικούς και ο στόλος απέπλευσε. Οι Οθωμανοί συνέλαβαν ομήρους μεταξύ των επιφανών Ελλήνων και ένα σώμα ατάκτων πέρασε από τα τουρκικά παράλια στο νησί για τη “διατήρηση της τάξης”. Στην πρώτη του έξοδο από τα Δαρδανέλλια ο οθωμανικός στόλος βρήκε μπροστά του τα ελληνικά πολεμικά. Στις 27 Μαΐου ο Τομπάζης κυνήγησε την οθωμανική μοίρα και κατάφερε να αποκλειστεί το μεγαλύτερο πλοίο (πλοίο της γραμμής με 76 πυροβόλα) στον κόλπο της Ερεσσού, το οποίο ανατινάχτηκε τελικά από τον Παπανικολή με πυρπολικό φτιαγμένο στα Ψαρά, με σημαντικές απώλειες των Οθωμανών.

Πολιτική οργάνωση και διπλωματικός αγώνας

Το Μάιο με πρωτοβουλία της Μεσσηνιακής γερουσίας συγκλήθηκε παμπελοποννησιακή συνέλευση στην Μονή των Καλτεζών, υπό την προεδρία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Συμμετείχαν ισχυροί προύχοντες ή αντιπρόσωποί τους, ιεράρχες και λίγοι στρατιωτικοί και Φιλικοί. Προσκλήσεις στάλθηκαν και στα τρία ναυτικά νησιά τα οποία όμως δεν συμμετείχαν. Με ανακοίνωσή της στις 26 Μαΐου, συστάθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία, στην οποία περιήλθαν όλες οι εξουσίες και η ευθύνη της διεύθυνσης των επαναστατικών πραγμάτων για όλη την Πελοπόννησο. Μέλη της Γερουσίας αυτής ήταν αντιπρόσωποι από όλα τα μεγάλα προυχοντικά τζάκια της Πελοποννήσου, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και γραμματέας ο Ρήγας Παλαμήδης. Επρόκειτο για μια εσπευσμένη αλλά συντονισμένη ενέργεια των ισχυρών να αντιπαρατεθούν στην εξουσία του Δημήτριου Υψηλάντη, που αναμενόταν να φτάσει στην Πελοπόννησο. Μέχρι την άφιξή του η Γερουσία αυτή έκανε εκλογές επαρχιακών και κοινοτικών αντιπροσώπων και προκήρυξε γενική επιστράτευση.

Η ηγεσία των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων, σχεδόν ταυτόχρονα με την κήρυξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, απευθύνθηκε εγγράφως στις χριστιανικές χώρες της δύσης, αναζητώντας τη διεθνή στήριξη. Έτσι, αμέσως μετά την κατάληψη της Καλαμάτας (23 Μαρτίου1821) και τη συνακόλουθη σύσταση της Πελοποννησιακής Γερουσίας, οι ιθύνοντές της συνέταξαν σχετικό έγγραφο το οποίο αποτελεί την πρώτη διεθνούς δικαίου πράξη της επαναστατημένης χώρας. Παράλληλα, επιφανείς έλληνες που διαβιούσαν στο Παρίσι (Αδαμάντιος Κοραής, Πίκκολος, Βογορίδης κ.α.), κοινοποίησαν έκκλησή τους προς την παγκόσμια πνευματική κοινότητα, δια της οποίας ζητούσαν βοήθεια και συμπαράσταση προς την επανάσταση. Το πρώτο κράτος το οποίο ανταποκρίθηκε στον ελληνικό αγώνα της ανεξαρτησίας ήταν η Δημοκρατία της Αϊτής (που είχε κατακτήσει την ελευθερία της την 1 Ιανουαρίου του 1804), της οποίας ο τότε πρόεδρος, Γιόχαν Μπόγερδι’ επισήμου εγγράφου προς την προαναφερόμενη ελληνική επιτροπή του Παρισιού, αναγνώριζε την ελληνική προσωρινή διοίκηση και ευχόταν για την επικράτηση της επανάστασης.

Τον Ιανουάριο του 1822 η πρώτη εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Ελλάδας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ανακήρυξη αυτή επισφραγίστηκε μετά τις αξιοσημείωτες νίκες των μαχόμενων Ελλήνων, σε στεριά και θάλασσα.

 

 

 

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το με φίλους σας!

Facebook WhatsApp

Σχετικές αναρτήσεις

Ελληνική Επανάσταση του 1821: Η ιστορική μάχη του Βαλτετσίου

Συνέδριο: “Αρχέτυπα στις ελληνικές βιβλιοθήκες: Καταγραφή, τεκμηρίωση, ιστορική πλαισίωση”

Newsroom

29 Μαΐου: «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης / 573 χρόνια μνήμης 1453-2026»

Σου άρεσε το άρθρο;

Μοιράσου το με τους φίλους σου!

Facebook WhatsApp