Ισραήλ-Τουρκία: Πώς η αποδυνάμωση των δεσμών με τη Δύση και οι μεταβολές στην παγκόσμια ισχύ αναδιαμορφώνουν τη στρατηγική σχέση Άγκυρας και Τελ Αβίβ.
Η μεταβαλλόμενη πορεία των διμερών σχέσεων, οι προοπτικές επαναπροσέγγισης και η στρατηγική αναγκαιότητα στη Μέση Ανατολή υπό το πρίσμα του περιφερειακού ρεαλισμού.
Ανάλυση στο Greekaffair.gr του Β.Ν. Βιτσιλογιάννη για τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η άποψη ότι το Ισραήλ ενδέχεται να επιδιώξει μια ευρύτερη συμφιλίωση με τα γειτονικά του κράτη, εάν αποδυναμωθεί η παραδοσιακή συμμαχική του σχέση με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αξίζει μια προσεκτική γεωπολιτική εξέταση.
Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας, του Ισραήλ και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής διαμορφώνονται από ένα πολύ πιο σύνθετο σύνολο στρατηγικών παραγόντων από ό,τι οι μεταναστευτικές πολιτικές και μόνο.
Η εξωτερική πολιτική του Ισραήλ βασίστηκε ιστορικά σε έναν συνδυασμό στρατιωτικής αποτροπής, οικοδόμησης συμμαχιών και επιλεκτικής διπλωματικής εξομάλυνσης.
Από την ίδρυσή του το 1948, το Ισραήλ επιδίωξε ειρηνευτικές συμφωνίες όταν αυτές ενίσχυαν το περιβάλλον της ασφάλειάς του. Οι συνθήκες ειρήνης με την Αίγυπτο το 1979 και με την Ιορδανία το 1994 δεν προέκυψαν λόγω μεταβολών στις σχέσεις του με τη Δύση, αλλά επειδή όλα τα εμπλεκόμενα μέρη αντιλήφθηκαν στρατηγικά οφέλη από τη μείωση της σύγκρουσης.
Πιο πρόσφατα, οι Συμφωνίες του Αβραάμ κατέδειξαν ότι η εξομάλυνση των σχέσεων μπορεί να προχωρήσει ακόμη και όταν το Ισραήλ διατηρεί στενούς δεσμούς με την Ουάσιγκτον και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η περίπτωση της Τουρκίας είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η Τουρκία και το Ισραήλ έχουν βιώσει διαδοχικούς κύκλους συνεργασίας και αντιπαλότητας. Κατά τη δεκαετία του 1990 ανέπτυξαν μια στενή στρατηγική συνεργασία, βασισμένη σε κοινές ανησυχίες ασφαλείας, στη στρατιωτική συνεργασία και στους οικονομικούς δεσμούς. Υπό την ηγεσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι σχέσεις έγιναν περισσότερο συγκρουσιακές, κυρίως λόγω των διαφωνιών σχετικά με το παλαιστινιακό ζήτημα και των ανταγωνιστικών περιφερειακών φιλοδοξιών των δύο κρατών.

Παρ’ όλα αυτά, το διμερές εμπόριο παρέμεινε σημαντικό ακόμη και σε περιόδους διπλωματικής έντασης, γεγονός που αποδεικνύει ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση μπορεί να συνυπάρχει με τις πολιτικές διαφωνίες. Από τη σκοπιά του ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις, μια υποθετική αποδυνάμωση των ισραηλινοαμερικανικών ή των ισραηλινοευρωπαϊκών σχέσεων θα μπορούσε πράγματι να ωθήσει το Ισραήλ στη διαφοροποίηση των διπλωματικών του εταίρων.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, το Ισραήλ ενδέχεται να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην περιφερειακή προσέγγιση, συμπεριλαμβανομένης της βελτίωσης των σχέσεων με την Τουρκία και τα αραβικά κράτη.
Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη θα υπαγορευόταν κυρίως από τη στρατηγική αναγκαιότητα και όχι από την αποδοχή των μουσουλμάνων μεταναστών από τις δυτικές κοινωνίες. Οι μεταναστευτικές πολιτικές στην Ευρώπη ή στη Βόρεια Αμερική επηρεάζουν την εσωτερική πολιτική των κρατών αυτών, αλλά η άμεση επίδρασή τους στη διπλωματία του Ισραήλ παραμένει περιορισμένη.
Μια πιο πιθανή εξήγηση σχετίζεται με τις μεταβολές στην παγκόσμια κατανομή της ισχύος. Εάν η δυτική υποστήριξη καθίστατο λιγότερο αξιόπιστη, το Ισραήλ θα είχε ισχυρότερα κίνητρα να μειώσει την περιφερειακή του απομόνωση και να δημιουργήσει εναλλακτικές δομές ασφαλείας.
Η Τουρκία, ως μια σημαντική στρατιωτική δύναμη, μέλος του ΝΑΤΟ και γέφυρα μεταξύ της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, θα μπορούσε να αποτελέσει έναν σημαντικό συνομιλητή. Παρ’ όλα αυτά, θα εξακολουθούσαν να υφίστανται σοβαρά εμπόδια, όπως οι διαφωνίες σχετικά με τη Γάζα, το παλαιστινιακό κράτος, τις θαλάσσιες διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και τον ανταγωνισμό για την περιφερειακή επιρροή.
Οι κονστρουκτιβιστικές προσεγγίσεις των διεθνών σχέσεων προσθέτουν ότι οι ταυτότητες, οι ιστορικές αφηγήσεις και οι εσωτερικές πολιτικές δυναμικές διαμορφώνουν επίσης την εξωτερική πολιτική. Οι ηγέτες του Ισραήλ και της Τουρκίας δεν ανταποκρίνονται μόνο στις εξωτερικές στρατηγικές πιέσεις, αλλά και στις απαιτήσεις της κοινής γνώμης και των ιδεολογικών τους βάσεων.
Ως εκ τούτου, η εξομάλυνση των σχέσεων σπάνια καθορίζεται από μία και μόνο γεωπολιτική μεταβλητή.
Συμπερασματικά, αν και μια μείωση της εξάρτησης του Ισραήλ από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να ενισχύσει τα κίνητρα για μια περιφερειακή συμφιλίωση, ο ισχυρισμός ότι το Ισραήλ θα επιδιώξει την ειρήνη με τα γειτονικά του κράτη κυρίως λόγω της αποδοχής των μουσουλμάνων μεταναστών από τη Δύση συνιστά μια υπεραπλούστευση των διεθνών σχέσεων.
Οι σχέσεις της Τουρκίας και του Ισραήλ είναι πιθανότερο να εξελιχθούν με βάση τα ζητήματα της ασφάλειας, τους οικονομικούς υπολογισμούς, τον ανταγωνισμό για την περιφερειακή ισχύ και τις ευρύτερες μεταβολές της στρατηγικής τάξης στη Μέση Ανατολή.
Αυτοί οι παράγοντες, και όχι αποκλειστικά οι μεταναστευτικές τάσεις, θα καθορίσουν τη μελλοντική πορεία των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων.
Πηγή Greekaffair.gr
