Greekaffair: Η Ελλάδα αλλιώς

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος: «Το στοιχείο του φόβου και της ενοχής θολώνει τον νου μας»

Συνέντευξη – Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος: «Το στοιχείο του φόβου και της ενοχής θολώνει τον νου μας»

 

Ο ηθοποιός Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, με σπάνια ευαισθησία και εκφραστική ωριμότητα, ανεβάζει για τρίτη χρονιά την επιτυχημένη παράσταση «Το Αμάρτημα της μητρός μου» στο Θέατρο RADAR.

 

Ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1883 και μεταφράστηκε στα γαλλικά στη Nouvelle Revue, αποτελώντας έτσι το πρώτο ελληνικό διήγημα με ψυχογραφικό χαρακτήρα.

Το εμβληματικό έργο  «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού ξεπερνά τα στενά όρια της ηθογραφίας και εισδύει στα ψυχικά κίνητρα των πρωταγωνιστών, φωτίζοντας έτσι τον κόσμο της ψυχής, της συνείδησης και του εσωτερικού προβληματισμού. Μέσα από την ερμηνεία και τη σκηνοθετική του ματιά, ο Κωνσταντίνος  Γιαννακόπουλος υποδύεται τους δύο βασικούς χαρακτήρες, αναδεικνύοντας τα αθέατα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και καθηλώνοντας το κοινό σε μια ατμόσφαιρα έντασης, συγκίνησης και βαθιάς στοχαστικής σιωπής. Στην  συνέντευξη που παραχώρησε ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος στον δημοσιογράφο Κυριάκο Τσικορδάνο και το Greekaffair.gr μοιράζεται σκέψεις, συναισθήματα και την προσωπική του εμπλοκή με το έργο, προσφέροντας μια λυρική και ουσιαστική ματιά στον κόσμο της μνήμης, της ενοχής και της συγχώρεσης.

Ακολουθεί η συνέντευξη με τον Κωσταντίνο Γιαννακόπουλο 

Κύριε Γιαννακόπουλε, όταν πρωτοαντιμετωπίσατε ‘Το αμάρτημα της μητρός μου’, ποιο στοιχείο του ψυχικού κόσμου των χαρακτήρων σας συγκίνησε βαθύτερα, και πώς σας οδήγησε να το προσεγγίσετε σκηνικά ως ηθοποιός και σκηνοθέτης;»

Το στοιχείο του φόβου και της ενοχής, που τις περισσότερες φορές θολώνει το νου μας. Δεν βλέπουμε πλέον καθαρά και δυσκολευόμαστε να συσχετιστούμε με οποιονδήποτε. Φανταστείτε λοιπόν αυτήν τη δυσκολία όταν έχουμε να κάνουμε με ενδοοικογενειακές σχέσεις, όπως στο συγκεκριμένο διήγημα. Το γεγονός του τραυματισμένου και ψυχικά ανθρώπου με συγκινεί πολύ, ειδικά όταν το τραύμα προκύπτει από πράγματα που δεν προκλήθηκαν ηθελημένα από το άλλο πρόσωπο, ούτε ήταν δυνατόν το ίδιο το πρόσωπο να τα προβλέψει ή να τα αποτρέψει.

Σκηνικά αυτό με ενδιέφερε πολύ να αποτυπωθεί καθαρά στους θεατές. Κι έπρεπε να βρεθεί ο κατάλληλος μηχανισμός, προκειμένου τα δύο βασικά πρόσωπα του διηγήματος να μιλήσουν ανοιχτά ο ένας προς τον άλλον. Το στοιχείο της αναπαράστασης μέσω της μνήμης και η επαναληπτικότητα που επιστρέφει κανείς σε περιοχές ιδιαίτερα δύσκολες υπήρξε για μένα βασικός σκηνοθετικός άξονας.

Το διήγημα σας επιτρέπει να εισδύσετε στα ψυχικά κίνητρα των χαρακτήρων. Πώς σας επηρεάζει προσωπικά αυτή η συνάντηση με τον ψυχισμό των ηρώων;

Δεν με επηρεάζει άμεσα. Έμμεσα όμως με βάζει να σκεφτώ, τόσο στην περίπτωση του Γιωργή όσο και στην περίπτωση της μητέρας, ειδικά στη δεύτερη. Τι θα έκανα αν ήμουν στη θέση της; Κάτι που βιολογικά είναι αδύνατον να συμβεί. Μπορεί να συμβεί όμως πνευματικά.

Μιλήστε μας για τη διαδικασία της αναβίωσης ενός παρελθόντος τραύματος μέσω της τέχνης. Πώς η σκηνή γίνεται χώρος επανεξέτασης και μετασχηματισμού;

Το τραύμα, και επιστημονικά να το δούμε, αναδύεται από την αναπαραστατική ικανότητα της μνήμης, που έχει ο άνθρωπος να γυρίζει ξανά όσο γίνεται πλησιέστερα στα γεγονότα και τα πρόσωπα που τον τραυμάτισαν. Αναπλάθει στην πραγματικότητα ένα τραυματικό σύμπαν, στο οποίο ενυπάρχει κάθε φορά κι ένα ποσοστό μυθοπλασίας. Αναπλάθει λοιπόν όπως μπορεί, και κυρίως όσο μπορεί κάθε φορά. Έτσι κατακτά κάθε φορά λίγο περισσότερο χώρο στην προσέγγισή του αυτή, με αποτέλεσμα την επόμενη φορά που θα κληθεί να το επανεξετάσει η σκέψη του να έχει ήδη μετασχηματιστεί ως ένα βαθμό.

Στο έργο υπάρχει έντονη η έννοια της ενοχής και της συγχώρεσης. Ποια είναι η δική σας προσέγγιση στη συγχώρεση και την προσωπική συμφιλίωση;

Για μένα είναι πολύ ξεκάθαρο πλέον. Ο δρόμος για τη συγχώρεση και για την προσωπική συμφιλίωση περνάει από τη διάθεση για ουσιαστική επικοινωνία και μέσα από την αμοιβαία εξομολόγηση.

Αν δεν υπάρχει αυτή η διάθεση για επικοινωνία, μπορεί να επέλθει από κάτι που μοιάζει με το αντίθετό της, δηλαδή την ρήξη, την έντονη διαφωνία. Ακόμα κι αυτή μπορεί να οδηγήσει μετά την εκτόνωσή της στην ουσιαστική επικοινωνία. Το χειρότερο είναι να μην υπάρχει τίποτα. Να μην αντιδρά κανείς σε τίποτα. Δεν υπάρχει καμία κίνηση. Αυτό ακόμα και επιστημονικά, αν το δούμε, είναι αφύσικο. Όλα στο σύμπαν είναι μία διαρκής κίνηση. Χωρίς κίνηση δεν υπάρχει ζωή.

Η μητέρα του διηγήματος ζει με τις συνέπειες μιας απώλειας που καθορίζει τη ζωή της οικογένειας. Πώς διαχειρίζεστε το βάρος του τραύματος όταν το αποδίδετε σκηνικά;

Αφήνω απλά την ανάσα μου να με οδηγήσει. Δεν έχω κανένα βάρος εκείνη την ώρα. Εκείνη η ώρα είναι η ώρα της αλήθειας, της εξομολόγησης, της αποκάλυψης, της νέας πνοής. Το ειδικό της βάρος είναι σαφώς ελαφρύτερο, ακριβώς γι’ αυτό. Επειδή εκείνη τη στιγμή το μοιράζεται.

Υπάρχει κάτι στο έργο που σας αγγίζει ακόμα βαθύτερα σήμερα, δέκα χρόνια μετά την πρώτη σας εμπλοκή;

Ναι, υπάρχει. Το γεγονός ότι σε αυτό το ανέβασμα μπαίνω όσο μπορώ, βέβαια, στην ψυχολογία της μάνας. Η ευκαιρία να υποδυθώ εγώ αυτό το πρόσωπο, κι όχι κάποια άλλη άξια συνάδελφος, με βάζει πάντα σε μεγάλη πρόκληση υποκριτικά, αλλά μου δίνει ταυτόχρονα ιδιαίτερη συγκίνηση για τον τρόπο που η μητέρα λειτουργεί, συναισθανόμενος σε μεγαλύτερο βάθος πια την ενοχή της.

Ποιο είναι το προσωπικό σας “μάθημα ζωής” μέσα από αυτό;

Να προσπαθούμε να επικοινωνούμε αυτό που μας πονάει. Να το εξωτερικεύουμε. Γιατί αλλιώς λειτουργεί όπως το δηλητήριο. Σε τρώει αργά και σταθερά.

Πώς η τέχνη, και ειδικά το θέατρο, σας βοηθά να μετατρέψετε το προσωπικό ή συλλογικό τραύμα σε εμπειρία κατανόησης;

Η τέχνη, νομίζω πάντα, βοηθάει σε κάτι τέτοιο από την άποψη ότι σε βάζει να σκεφτείς και σου ενισχύει κατά ένα τρόπο την κριτική ικανότητα. Αφού στα μεγάλα έργα οι καταστάσεις και οι χαρακτήρες δεν είναι ποτέ μονοδιάστατοι. Παρουσιάζονται τόσο με τις αρετές τους όσο και με τα σφάλματά τους. Κανείς δεν έχει το αλάθητο. Και αυτό είναι ανθρώπινο. Για αυτό και τόσο αναγνωρίσιμο και βοηθητικό εν τέλει.

Κατά τη διάρκεια της δημιουργίας και ερμηνείας, υπήρξε στιγμή που αισθανθήκατε ότι το προσωπικό σας βίωμα συναντά το έργο με τρόπο απρόσμενο;

Όχι, ή τουλάχιστον σίγουρα όχι με τον ίδιο βαθμό. Είμαι βέβαιος πως όλα τα παιδιά θέλουν η μητέρα τους να τους αγαπάει. Και όλα επιζητούν με διάφορους τρόπους αυτή την αγάπη. Και όταν νιώσουν μία δεδομένη χρονική στιγμή ότι τη στερούνται, τότε διαμαρτύρονται, στεναχωριούνται και κατά κάποιο τρόπο πονούν ψυχικά.
Όμως αυτό δεν αποτελεί τραύμα, είναι κάτι παροδικό και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξισωθεί με αυτό που ένιωσε ο Βιζυηνός στο συγκεκριμένο διήγημα όταν ήταν 7 χρόνων κι άκουσε τη μητέρα του να προσεύχεται. Δεν θα πω τι προσεύχονταν φυσικά, γιατί αξίζει όσοι δεν το έχουν διαβάσει να το ζήσουν επί σκηνής για πρώτη φορά.

Αν έπρεπε να περιγράψετε την ουσία του “αμαρτήματος” σε σχέση με τον σύγχρονο άνθρωπο, τι θα λέγατε;

Δεν νομίζω ότι εξαρτάται και πολύ από την εποχή, όσο κι αν σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να ισχυριστεί κανείς κάτι τέτοιο. Οπωσδήποτε κάποια πράγματα παλιά θεωρούνταν ανεπίτρεπτα, ίσως και αμαρτωλά. Αλλά τώρα όχι. Νομίζω όμως ότι πρέπει να σταθούμε περισσότερο, και ο σύγχρονος άνθρωπος το πράττει πέρα και πάνω από τις κοινωνικές επιταγές και τα πρέπει.
Να σταθούμε σαν άνθρωποι απέναντι σε ανθρώπους. Στο διπλανό μας, στον υποτιθέμενο εχθρό μας, σε αυτόν που μας έχει ανάγκη, σε αυτόν που φοβόμαστε. Θέλει θάρρος, το ξέρω. Δεν είναι όμως ακατόρθωτο.

Η αρχαία σημασία της λέξης αμαρτία είναι στην ουσία αστοχία του νου να πράξει το καλό. Αλλά μήπως και η ερμηνεία από πλευράς της θρησκείας δεν είναι το ίδιο; Για την εκκλησία μας η αμαρτία είναι η αποτυχία του ανθρώπου να ενωθεί με τον Θεό. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Είναι δυνατόν αυτός που ενώνεται με τον Θεό να μην πράξει το καλό; Και όταν λέμε καλό, γνωρίζουμε πολύ καλά τι εννοούμε, όχι το καλό για τους τύπους. Το νόημα είναι ότι η πράξη του καλού πρέπει να ορίζεται από την αγάπη.

Πόση δύναμη χρειάζεται για να αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως αγαπάς εσένα; Βασική προϋπόθεση είναι να αγαπάς πρώτα εσένα. Να τον φροντίζεις ώστε να μπορείς να τον θεωρήσεις άξιο αγάπης. Πέρα όμως από όλα αυτά χρειάζεται να έχεις πίστη και δύναμη στις δύσκολες συνθήκες που θα σου συμβούν και θα σε ωθήσουν να κάνεις ενδεχομένως άσχημα πράγματα, να μετανιώσεις και να μπορέσεις να συγχωρήσεις πρώτα απ’ όλα τον εαυτό σου. Αυτό είναι κάτι που διαπραγματεύεται και το διήγημα.

Πώς βλέπετε τη σχέση μνήμης και φαντασίας στη δημιουργική διαδικασία, και τι μαθαίνετε προσωπικά από αυτή τη σύνδεση;

Αυτή η διαδικασία, δηλαδή ο συνδυασμός της μνήμης με τη φαντασία, είναι βασικό συστατικό της θεατρικής πρακτικής. Πέρα από αυτό όμως, είναι και μία φυσική διαδικασία, όπως λένε οι επιστήμονες, για τους ασθενείς τους. Όταν καλούνται να ανασύρουν από τη μνήμη τους γεγονότα του παρελθόντος, ένα ποσοστό της ιστορίας που αφηγούνται είναι μυθοπλαστικό. Ακούγεται περίεργα, μπορεί.

Αλλά μήπως δεν συμβαίνει και σε μας όταν αφηγούμαστε ένα γεγονός που συνέβη πολλά χρόνια πίσω; Και μήπως στον τρόπο που αποφασίζουμε να το αναπαραστήσουμε, δεν χρησιμοποιούμε στοιχεία που θέλουμε, ενώ άλλα τα αποσιωπούμε ή τα αντικαθιστούμε με φανταστικά;

Τι σημαίνει για εσάς σήμερα να θυμάστε χωρίς φόβο και να ξεχνάτε χωρίς ενοχή;

Όταν έχεις τη δύναμη να θυμάσαι χωρίς φόβο, σημαίνει πως ό,τι σε πλήγωσε στο παρελθόν, δεν είναι ικανό πια να σε πληγώσει το ίδιο. Μπορείς να μιλήσεις γι’ αυτό ξανά και ξανά και δεν φοβάσαι να το ανακαλέσεις μήπως ξαναπληγωθείς.

Από την άλλη, όσο χρήσιμο είναι καμιά φορά να θυμάσαι, άλλο τόσο χρήσιμο είναι να ξεχνάς. Αλλά να ξεχνάς χωρίς την ενοχή ότι διαπράττεις κάτι κακό, αλλά ότι κάνεις αυτό που πρέπει τη δεδομένη στιγμή για να ηρεμήσεις, να σταθμίσεις τα γεγονότα και να προχωρήσεις μπροστά.

Υπήρξε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ενασχόλησης με το έργο που
αισθανθήκατε ότι συναντιέστε ξανά με τον εαυτό σας;

Όχι, δεν νομίζω. Ίσως γιατί όλα αυτά τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι να πάρω την απόφαση να κάνω πράξη αυτήν την παράσταση, ό,τι ήταν να γίνει προς αυτή την κατεύθυνση, είχε ήδη γίνει.

Τι σας αποκάλυψε αυτή η συνάντηση;

Ότι όταν θέλεις πολύ κάτι, μπορεί να συμβεί, ακόμη κι αν μοιάζει πολύ δύσκολο. Και πως αν θέλεις πραγματικά να επικοινωνήσεις με έναν άνθρωπο που νιώθεις ότι σε χωρίζουν θάλασσες, δεν έχεις παρά να τον βρεις και να του μιλήσεις ανοιχτά γι’ αυτό που σε απασχολεί. Έχεις πολύ περισσότερες πιθανότητες να επικοινωνήσεις μαζί του, απ’ όσες αν δεν μιλήσεις καθόλου.

Πώς έχει αλλάξει η δική σας καλλιτεχνική ή προσωπική οπτική για την οικογένεια και τις σχέσεις μέσα από αυτή την παράσταση;

Ως προς τις μητέρες ειδικότερα, έχει αποκτήσει νέο ενδιαφέρον. Έχει εμπλουτιστεί.

Τι πιστεύετε ότι μπορεί να διδάξει σήμερα το έργο στους θεατές σχετικά με την ανθρώπινη φύση, τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων μας;

Δεν ξέρω αν διδάσκει, άλλωστε δεν είναι αυτός ο σκοπός του, αλλά σίγουρα θα τους απασχολήσει δημιουργικά το νου. Θα τους προβληματίσει. Και αυτό δεν είναι κάτι μικρό. Αντιθέτως, είναι πολύ μεγάλο και χρήσιμο. Το καλό θέατρο, οτιδήποτε κι αν φωτίζει, φροντίζει να το φωτίσει από όλες τις πλευρές. Έτσι διατηρεί μέσα του ένα είδος δικαίου, μια σκηνική αλήθεια που βοηθά τον θεατή να βρει ενδεχομένως τη δική του.

«Κύριε Γιαννακόπουλε, μετά από αυτή τη βαθιά ενασχόληση με το έργο, τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής από την παράσταση και τι προσωπικό μήνυμα αφήνει σε εσάς αυτή η εμπειρία;»

Τι θα ήθελα να πάρει; Χμ… τον πλούτο του κειμένου στην ολότητά του. Ναι, αυτό αρκεί, γιατί τα εμπεριέχει όλα. Αν υπάρξει αυτή η βαθιά κατανόηση του κειμένου, ξεδιπλώνονται όλα: χαρακτήρες, ιδέες, προκαταλήψεις, λάθη, τραύματα, πόθοι. Και είναι αδύνατον να μην παρασυρθεί ο θεατής στη δίνη αυτή, διατηρώντας πάντα τη χρυσή απόσταση που απαιτείται για να σκεφτεί καθαρά.

 

Συνέντευξη: Κυριάκος Τσικορδανός
GreekAffair.gr

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το με φίλους σας!

Facebook WhatsApp

Σχετικές αναρτήσεις

Συνέντευξη με τον Συγγραφέα Κυριάκο Κουζούμη: «Η ίντριγκα, το μυστήριο, το σασπένς είναι στοιχεία που πάντα με μάγευαν σ’ ένα βιβλίο.»

Συνέντευξη με τον Θοδωρή Τσάτσο: «Αντλώ δύναμη από την τέχνη, τους όμορφους ανθρώπους»

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Odise Plaku: «Θα μείνω πάντα ο Oδύσσεας που χτίζει γέφυρες φιλίας»

Σου άρεσε το άρθρο;

Μοιράσου το με τους φίλους σου!

Facebook WhatsApp