Η Κυριακή του Θωμά (Αντίπασχα) εορτάζει την εμφάνιση του Αναστάντος Χριστού στον Απόστολο Θωμά και την ομολογία της πίστεώς του.
Η Εκκλησία διδάσκει τη βεβαιότητα της Αναστάσεως και τη μακαριότητα όσων πιστεύουν χωρίς να έχουν δει.
Την πρώτη Κυριακή μετά την Αγία και Λαμπροφόρο Ημέρα του Πάσχα, η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει την εμφάνιση του Αναστάντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού προς τον Απόστολο Θωμά και την ομολογία της θεότητός Του, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει και σφραγίζει την αλήθεια της Αναστάσεως.
Η ημέρα αυτή ονομάζεται και Κυριακή του Αντιπάσχα, καθώς αποτελεί την πρώτη μεγάλη λειτουργική «επανείσοδο» στο μυστήριο της Αναστάσεως, αλλά και την πνευματική της απόδοση μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Στην αρχαία παράδοση ονομαζόταν και «Κυριακή εν λευκοίς», επειδή τότε οι νεοφώτιστοι χριστιανοί απέβαλλαν τα λευκά ενδύματα του Βαπτίσματος και εντάσσονταν πλήρως στο σώμα της Εκκλησίας.
Κατά την ευαγγελική διήγηση του Αγίου Ιωάννου, ο Κύριος εμφανίστηκε το εσπέρας της Αναστάσεως στους μαθητές Του, κεκλεισμένων των θυρών, χαρίζοντάς τους ειρήνη και βεβαιώνοντάς τους για την νίκη Του επί του θανάτου. Ο Απόστολος Θωμάς όμως δεν ήταν παρών κατά την εμφάνιση αυτή.
Όταν οι λοιποί μαθητές τού ανήγγειλαν ότι είδαν τον Κύριο ζωντανό, εκείνος, από ανθρώπινη δυσκολία πίστεως, ζήτησε να λάβει αισθητή βεβαίωση, λέγοντας ότι αν δεν δει στα χέρια Του τον τύπο των ήλων και δεν ψηλαφήσει την πλευρά Του, δεν θα πιστεύσει.
Μετά από οκτώ ημέρες, ενώ οι μαθητές ήταν πάλι συγκεντρωμένοι, εμφανίστηκε εκ νέου ο Αναστάς Κύριος, και απευθύνθηκε ιδιαιτέρως προς τον Θωμά, προσκαλώντας τον με άπειρη συγκατάβαση να ψηλαφήσει τα σημεία των παθών Του και να μη μένει πλέον άπιστος, αλλά πιστός.

Τότε ο Θωμάς, συντετριμμένος και γεμάτος δέος, δεν χρειάστηκε να αγγίξει περισσότερο. Μόνη η παρουσία του Αναστάντος Χριστού τον οδήγησε στην ύψιστη ομολογία πίστεως, λέγοντας: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
Ο Κύριος τότε τον επιβεβαίωσε, λέγοντας: «Ότι με εώρακας, πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες», αποκαλύπτοντας ότι η πίστη που δεν στηρίζεται στην ορατή εμπειρία αλλά στην εμπιστοσύνη στον Θεό, είναι ανώτερη και μακαριότερη.
Η Εκκλησία δεν κατακρίνει τον Απόστολο Θωμά για την ολιγοπιστία του, αλλά την εντάσσει στο σχέδιο της θείας οικονομίας, καθώς μέσα από αυτήν βεβαιώνεται με τρόπο αδιάψευστο η πραγματικότητα της Αναστάσεως για όλες τις επόμενες γενεές.
Ο Θωμάς, ο οποίος προηγουμένως είχε δείξει ζήλο και αγάπη προς τον Διδάσκαλο, αξιώθηκε να γίνει μάρτυρας όχι μόνον της Αναστάσεως, αλλά και της θεότητος του Χριστού, καθιστώντας την ομολογία του θεμέλιο της χριστιανικής πίστεως.
Έτσι η σημερινή εορτή δεν είναι απλώς ανάμνηση ενός γεγονότος, αλλά ζωντανή πρόσκληση προς όλους τους πιστούς να πορευθούν από την αμφιβολία στην πίστη και από την πίστη στη βεβαία εμπειρία της Αναστάσεως εν τη ζωή της Εκκλησίας.
