Greekaffair: Η Ελλάδα αλλιώς

Μ. Λιανός στο GreekAffair: Η κοινωνία μάς στρέφει ενάντια στον εαυτό μας

Ο Μ. Λιανός μιλά στο GreekAffair για το θεατρικό του έργο «Delirium», αναλύοντας το πάντρεμα επιστήμης και τέχνης αλλά και το τραύμα της αποτυχίας.

 

Πώς αποφασίζει ένας διαπρεπής επιστήμονας Εγκληματολογίας και Πολιτικής Κοινωνιολογίας να στραφεί στη λογοτεχνική δημιουργία; Έχοντας διαγράψει σπουδαία ακαδημαϊκή πορεία σε Γαλλία και Βρετανία, ο κ. Λιανός συστήνεται στους αναγνώστες του Greekaffair με αφορμή το Delirium: έναν εσωτερικό θεατρικό μονόλογο-«τρισδιάστατη ακτινογραφία» της σύγχρονης κοινωνικής και προσωπικής διαταραχής.

Μέσα από τη φωνή μιας γυναίκας βυθισμένης στο «κοινωνικό ίζημα», ο συγγραφέας απογυμνώνει την πραγματικότητα από προστατευτικά στηθαία, αναζητώντας λύτρωση στην ταπεινότητα και τη συλλογική αλληλεγγύη.

Μιλώντας στον δημοσιογράφο  Κυριάκο Τσικόρδανο, ο κ. Λιανός φωτίζει το πάντρεμα επιστήμης και τέχνης, τον τυραννικό φόβο αποτυχίας, αλλά και τη λυτρωτική δύναμη που κρύβει η συνύπαρξη με τους άλλους

«Ντελίριο» του Μιχάλη Λιανού: Ένα βιβλίο για μια γυναίκα που αρνείται να σωπάσει
«Ντελίριο» του Μιχάλη Λιανού: Ένα βιβλίο για μια γυναίκα που αρνείται να σωπάσει

Κύριε Λιανέ, έχετε ένα εντυπωσιακό βιογραφικό με σπουδές στη Νομική και μια σπουδαία ακαδημαϊκή καριέρα στη Γαλλία και τη Βρετανία, εστιάζοντας στην Εγκληματολογία και την Πολιτική Κοινωνιολογία.

Θα ήθελα να μας πείτε πώς αποφασίζει ένας επιστήμονας που αναλύει δομές, θεσμούς και το δίκαιο, να στραφεί στη λογοτεχνία και μάλιστα στη φόρμα ενός τόσο εσωτερικού θεατρικού μονολόγου;

Η λογοτεχνία είναι, όπως κάθε τέχνη, σκλάβα της ζωής. Και από τη σκοπιά αυτή, αναπτύσσει τη διορατικότητα κάθε δούλου προς τον κύριό του. Γνωρίζει τις συνήθειες, τις φιλοδοξίες, τις αντιδράσεις, τις ευχάριστες στιγμές, τις σκοτεινές πλευρές, και κυρίως την αδικαιολόγητα μεγάλη ιδέα που έχει ο κύριος για τον εαυτό του. Αυτή τη λογοτεχνία υπηρετώ στο Delirium. Τίποτε δεν εκφράζει καλύτερα τους θεσμούς από τις πραγματικές καταστάσεις. Δεν απαιτείται να είναι κανείς ειδικός για να καταλάβει, όταν βλέπει να πληθαίνουν οι άστεγοι συμπολίτες του, ότι δεν είναι αρκετά ισχυροί οι θεσμοί που προσφέρουν αλληλεγγύη (οικογένεια, δημόσια ψυχιατρική φροντίδα, κοινωνική στέγαση…). Απαιτείται όμως να σκεφτεί έντονα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο επαφής επιστήμης και τέχνης.

Στο σημείωμα που έχετε γράψει για το βιβλίο αναφέρετε ότι ο καιρός μας απαιτεί μια «τρισδιάστατη ακτινογραφία της κοινωνικής και της προσωπικής διαταραχής». Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να φτάσει σε βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης που η στεγνή κοινωνιολογική έρευνα αδυνατεί να αγγίξει;

Αναμφισβήτητα. Ακριβώς όπως οι τύποι του Νεύτωνα δεν αποδίδουν τον πόνο όποιου δέχεται μια πέτρα στο κεφάλι, τα συνταγματικά δικαιώματα ή ο συντελεστής Gini δεν αντιπροσωπεύουν την εμπειρία του στη συνύπαρξη με τους άλλους. Η μόνη βιωματική αντίληψη του εαυτού μας και του κόσμου υπάρχει ως συναίσθημα. Επομένως, μόνο ως συναίσθημα μπορεί να προβληθεί μια σύνθεση της ύπαρξής μας, όχι ως γνώση.

Και το ζήτημα στο Delirium είναι η σύνθεση, η ταυτόχρονη ακτινογραφία, του προσωπικού και του κοινωνικού, σε μια εποχή όπου όλοι βρίσκονται σε ανταγωνισμό με μια ανώτερη εκδοχή του εαυτού τους, πίσω από την οποία τρέχουν διαρκώς.

Η ηρωίδα δε μετέχει πια σ’ αυτό το παιχνίδι, είναι τελειωτικά αποτυχημένη. Γεγονός που της παρέχει μια εξαιρετική διαύγεια και της επιτρέπει να απογυμνώσει την πραγματικότητα από τα προστατευτικά της στηθαία. Περιπλανιέται στο γενεσιουργό βάθος των ανθρώπινων σχέσεων. Κοντολογίς, έχει απαλλαγεί από τον φόβο να αντικρίσει κάθε αλήθεια.

Επιλέγετε να μιλήσετε μέσα από τη φωνή μιας γυναίκας. Μιας γυναίκας που κουβαλάει τραύματα γενεών (εξαρτήσεις μητέρας, κακοποίηση πατέρα) και δίνει μια λυσσώδη μάχη. Πόσο απαιτητικό ήταν για εσάς, ως άνδρα συγγραφέα, να μπείτε κάτω από το δέρμα αυτής της ηρωίδας και να αποδώσετε αυτό που περιγράφεται ως «φεμινιστικός εμβολισμός της πραγματικότητας»;

Καθόλου απαιτητικό, αλλά ιδιαίτερα επίλεπτο. Η αλληλοκατανόηση είναι ζωτικό στοιχείο της ύπαρξής μας. Με την επιλογή αυτή, το έργο διεκδικεί το δικαίωμα στη διείσδυση των συναισθημάτων του άλλου. Εκπροσωπεί τον αγώνα να διαρρήξει κανείς τη μεμβράνη της ατομικότητας και να βυθιστεί σε μια άλλη κατάσταση που δεν είναι ενστικτωδώς η δική του, ας πούμε ανδρική, αλλά παραμένει προσβάσιμη. Με μια λέξη, πρόκειται για την αγάπη. Όπως θα είδατε στο έργο, η ηρωίδα προσπαθεί να μισήσει έναν άνδρα που την αγαπά, ακριβώς επειδή η κατανόησή του της επιβάλλει μια ηθική που δεν έχει πια τη δύναμη να ακολουθήσει.

Αποφεύγοντας τα κλισέ της απόλυτης δικαίωσης ή της παθητικής θυματοποίησης, παρουσιάζετε μια ηρωίδα που δεν ωραΐζει τίποτα, αλλά δικάζει ασταμάτητα τον εαυτό της και την κοινωνία. Ποια ανάγκη σας ώθησε να προτάξετε αυτές τις γυμνές, σκληρές αλήθειες αντί για μια πιο συμβατική λογοτεχνική αντίσταση;

Οι προσωπικές μου εμπειρίες έχουν κρίσιμη σημασία γι’ αυτό το αποτέλεσμα, όπως άλλωστε και για τα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα. Το τρίγωνο ψυχική ευαλωσία – θυμάτιση – κοινωνικό αδιέξοδο, είναι γνωστό σε όλους. Ευτυχώς, λίγοι γνωρίζουν βιωματικά με ποιους τρόπους αναπτύσσεται. Απαιτείται πρώιμη και παρατεταμένη συναισθηματική επαφή με ανθρώπους που βρίσκονται σ’ αυτή τη θέση. Ο στόχος μου δεν είναι λοιπόν να δείξω αυτή τη γυναίκα «αφ’ υψηλού» και να προσφέρω στους θεατές την ανακούφιση ότι «καταλαβαίνουν» (υπάρχει άλλωστε πληθώρα τέτοιων έργων). Είναι να βυθίσω τους θεατές σε μια αντίληψη του κόσμου που δε συγχωρεί τίποτε σε κανέναν, και κυρίως στον εαυτό μας. Με την έννοια αυτή, το έργο υλοποιεί τον πρωταρχικό σκοπό του θεάτρου, τη διδασκαλία ήθους προς τους πολίτες.

Στο βιβλίο βλέπουμε μια γυναίκα που ήθελε να γίνει μια σεβαστή προσωπικότητα των τεχνών, αλλά κατέληξε μια «άγνωστη ποσότητα». Πόσο σκληρός είναι ο νόμος της «κοινωνικής βαρύτητας» που αναφέρετε; Είναι τελικά η αποτυχία των προσδοκιών μας το μεγαλύτερο «ντελίριο» που καλούμαστε να διαχειριστούμε;

Απολύτως, όταν είτε προέρχεται από ψυχική ευαλωσία είτε την προκαλεί. Αρκεί να δει κανείς τι συνέβη σε πάρα πολλούς ανθρώπους με τη χρεοκοπία της χώρας για να συλλάβει τις συνέπειες της «κοινωνικής βαρύτητας». Όταν κατέβετε στο κοινωνικό ίζημα, παραλύετε. Επιβιώνετε με αυτοματισμούς, με την παραδοχή ότι πλέον το θέμα έκλεισε. Και το θέμα είστε εσείς ο ίδιος, η ίδια, που θέλατε να είσαστε κάποια άλλη.

Γράφετε χαρακτηριστικά ότι η ύπαρξη καταντά «εκμεταλλεύσιμο υλικό των άλλων και, κατόπιν, παρίας του εαυτού της». Πώς καταφέρνει η κοινωνία να στρέψει τον άνθρωπο ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό;

Επειδή τον υποχρεώνει να συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους. Ιδίως η σύγχρονη κοινωνία τον πολυβολεί με ερωτήματα που γεννά μέσα του «ανεπαισθήτως», όπως θα το έθετε ο Καβάφης. Για παράδειγμα, το ερώτημα «έχω κατορθώσει να είμαι ό,τι αξίζω;» είναι τυραννικό. Αλλά είτε πρόκειται για τις σχέσεις της καθημερινότητας, είτε για τη ζωή μας ολόκληρη, είναι αναπόφευκτο. Κανένας αριθμός θετικών σχολίων για τις φωτογραφίες μας στα κοινωνικά μέσα δεν αρκεί για να σωπάσει αυτή η υπονομευτική κοινωνική φωνή. Όμως, όσοι έχουν φτάσει στον κοινωνικό κάτω κόσμο, συχνά δεν αναρωτιούνται πια αν έχουν την παραμικρή αξία. Εγκαταλείπονται σε ό,τι και όποιον τους τυχαίνει. Αυτό αποτελεί και μια μορφή αυτοτιμωρίας για την αποτυχία που αποδίδουν στον εαυτό τους.

Η ηρωίδα του βιβλίου σας διαμαρτύρεται για την «τυφλή επιμονή της ζωής που μας υποχρεώνει να συνεχίζουμε ακόμη και όταν το παρελθόν εγγυάται ένα τυραννικό μέλλον». Αυτή η διαπίστωση κρύβει μέσα της μια βαθιά απελπισία, αλλά και μια περίεργη δύναμη. Πού σταματά το παραλήρημα (Delirium) και πού ξεκινά η απόλυτη, καθαρή λογική σε αυτή τη γυναίκα;

Το παραλήρημά της συνίσταται στην άτακτη παράθεση εξαίρετων λογικών θέσεων. Η ηρωίδα μου δεν είναι ανόητη. Είναι ευφυέστατη και διορατική, πράγμα που εντείνει το αδιέξοδό της. Και γνωρίζει τη δύναμή της, που είναι ότι μπορεί να …υποφέρει. Την εξοργίζει ότι είναι οπλισμένη μ’ αυτή τη δύναμη, ακριβώς γιατί αντέχει τη σισύφεια κατάστασή της, ενώ θα προτιμούσε να λήξει αυτή η τραγική παρωδία. Αρκεί να ακούσετε μερικά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια, από τα πολλά στα οποία ζητείται μια τέτοια λύτρωση, για να καταλάβετε τι εννοεί αυτή η γυναίκα. Για παράδειγμα, το «Βγήκε ο χάρος να ψαρέψει» της Παπαγιαννοπούλου και του Παπαϊωάννου ή το «Παράπονο του ξενιτεμένου» του Τσιτσάνη.

Aυτός ο μονόλογος γίνεται μπροστά σε ένα «φανταστικό κοινό». Αν αυτό το κοινό ήταν οι σύγχρονοι αναγνώστες σας στην Ελλάδα της κρίσης και των κοινωνικών αναταράξεων, ποιο είναι το βασικό πράγμα που θα θέλατε να «ακούσουν» μέσα από τις κραυγές και τις σιωπές αυτής της γυναίκας;

Κυρίως, την εξέταση της πραγματικότητας από αυτό το βάθος. Μας έχει κατακλύσει η εαυτότητά μας και δεν μπορούμε πια να δούμε τον κόσμο με τα μάτια των άλλων. Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα μια συλλογική πολιτική αποτυχία και έναν προσωπικό βασανισμό, ακόμη και για όσους θεωρούμε επιτυχημένους. Για καθέναν, οι άλλοι έχουν συρρικνωθεί σε μοχλούς της δικής του ύπαρξης.

Κλείνοντας, κύριε Λιανέ, η ηρωίδα σας περιγράφει με έναν σχεδόν ισοπεδωτικό τρόπο τους σκληρούς νόμους της κοινωνικής βαρύτητας, όπου οι φόβοι επιβεβαιώνονται και οι ελπίδες διαψεύδονται. Μετά από αυτό το σκοτεινό, αλλά τόσο ειλικρινές “ντελίριο”, υπάρχει τελικά χώρος για φως; Τι είναι αυτό που μπορεί να κρατήσει έναν άνθρωπο όρθιο όταν όλα γύρω του —και μέσα του— καταρρέουν;

Οι άλλοι. Μόνο μια υποστηρικτική κοινωνία μπορεί να φωτίσει τα μέλη της. Αυτό απαιτεί ένα πολιτισμικό άλμα. Τίποτε δεν μπορεί να εξημερώσει την ανθρώπινη κατάσταση εκτός από έναν ελάχιστο βαθμό σύμπνοιας. Καμία ευμάρεια δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτή τη λειτουργία. Η ηρωίδα μάς γυμνώνει για να κοιταχτούμε στον καθρέφτη της και να δούμε ότι δεν είμαστε όσο διαφορετικοί, και όσο σπουδαίοι, νομίζουμε. Σ’ αυτή την ταπεινότητα βρίσκεται η φωταγωγημένη ανθρώπινη ελπίδα.

Συνέντευξη /  Κυριάκος Τσικόρδανος

 

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το με φίλους σας!

Facebook WhatsApp

Σχετικές αναρτήσεις

Συνέντευξη: Μενέλαος Τζαβέλλας «Η παράσταση αυτή ήταν σαν ένα δώρο στη δόξα της Παναγίας μας»

Συνέντευξη με τον Χριστόφορος Ζαραλίκος: «Θεωρώ ότι είμαι ο νούμερο ένα στο stand up comedy»

Συνέντευξη με τον Παναγιώτη Λάλεζα: «Η δημοτική μουσική είναι η ταυτότητα της Ελλάδος»

Σου άρεσε το άρθρο;

Μοιράσου το με τους φίλους σου!

Facebook WhatsApp