Νικόλαος Πλαστήρας: Ο πρωθυπουργός που πέθανε χωρίς περιουσία και έγινε σύμβολο εντιμότητας. Eνας ικανότατος στρατιωτικός, τίμιος πολιτικός και υπόδειγμα ανθρώπου
Γεγονότα που χαρακτήρισαν τον Νικόλαο Πλαστήρα ήταν η διακριτική προσφορά του μισθού του σε φτωχούς συνανθρώπους του, η άρνησή του να βολέψει από τη θέση που κατείχε τον άνεργο αδερφό του και, τέλος, το γεγονός ότι έφυγε από τη ζωή χωρίς ποτέ να αποκτήσει προσωπική περιουσία.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας υπήρξε στρατιωτικός ηγέτης, πολιτικός με έντονη δράση και ένας άνθρωπος που συνδέθηκε στη συλλογική μνήμη με την τιμιότητα, την αυταπάρνηση και την προσφορά στο δημόσιο συμφέρον. Έδρασε σε κρίσιμες περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης».
Γεννήθηκε στο Βούνεσι Καρδίτσας (σημερινό Μορφοβούνι) στις 4 Νοεμβρίου 1883. Από μικρή ηλικία διακρίθηκε για τον δυναμικό χαρακτήρα του, την πειθαρχία και το αίσθημα καθήκοντος που τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή.
Τα πρώτα στρατιωτικά βήματα
Αφού ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο, κατατάχθηκε ως εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό το 1903, με τον βαθμό του δεκανέα. Στα πρώτα χρόνια της στρατιωτικής του πορείας συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα, όπου απέκτησε σημαντικές εμπειρίες και ήρθε σε επαφή με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας.
Στη συνέχεια συμμετείχε ενεργά στον «Στρατιωτικό Σύνδεσμο», ο οποίος οργάνωσε το Κίνημα στο Γουδί (1909). Το κίνημα αυτό αποτέλεσε σημαντική πολιτική εξέλιξη, καθώς άνοιξε τον δρόμο για την ανάδειξη του Ελευθερίου Βενιζέλου στην πολιτική ζωή της χώρας.
Το 1912, μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας, ονομάστηκε Ανθυπολοχαγός και με τον βαθμό αυτό έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913).
Ο Πλαστήρας διακρίθηκε σε πολλές μάχες για την τόλμη, την αποφασιστικότητα και την ικανότητά του να εμπνέει τους άνδρες του. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η παρουσία του στη Μάχη του Λαχανά, όπου η γενναιότητά του στο πεδίο της μάχης οδήγησε τους συμπολεμιστές του να του αποδώσουν το ιστορικό προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης».
Η ονομασία αυτή συνδέθηκε τόσο με το σκούρο άλογο που συνήθιζε να ιππεύει όσο και με τη δυναμική και επιβλητική παρουσία του στις πολεμικές επιχειρήσεις.
Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916) τάχθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και προσχώρησε στο Κίνημα της Εθνικής Αμύνης. Στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, απέδειξε για ακόμη μία φορά τις στρατιωτικές του ικανότητες, ιδιαίτερα στη Μάχη του Σκρα, όπου η δράση του είχε καθοριστική σημασία.
Για την προσφορά του προήχθη στον βαθμό του αντισυνταγματάρχη, επιβεβαιώνοντας τη θέση του ανάμεσα στους σημαντικότερους αξιωματικούς της εποχής.
Ουκρανία – Μικρασιατική Εκστρατεία – Μικρασιατική Καταστροφή – Επανάσταση του 1922 – Δίκη των Έξι
Η εκστρατεία στην Ουκρανία και η μετάβαση στο Μικρασιατικό Μέτωπο
Το 1919, ο Νικόλαος Πλαστήρας ανέλαβε τη διοίκηση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, μιας από τις πιο αξιόμαχες μονάδες του ελληνικού στρατού. Με τη μονάδα του συμμετείχε στη συμμαχική εκστρατεία στην Ουκρανία, η οποία είχε ως στόχο την υποστήριξη του ρωσικού «Λευκού Στρατού» εναντίον των Μπολσεβίκων του Λένιν.
Η επιχείρηση αυτή, όμως, δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα και οι συμμαχικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Ο Πλαστήρας, έχοντας ήδη αποκτήσει τη φήμη ενός ικανού και αποφασιστικού διοικητή, επέστρεψε με τη μονάδα του και σύντομα μεταφέρθηκε στο Μικρασιατικό Μέτωπο, όπου θα διαδραμάτιζε πρωταγωνιστικό ρόλο σε μία από τις σημαντικότερες και πιο τραγικές περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Με τον βαθμό του συνταγματάρχη, ανέλαβε ξανά τη διοίκηση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, μιας μονάδας που έμελλε να συνδεθεί άρρηκτα με το όνομά του.
Η δράση του στη Μικρά Ασία
Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-1922), ο Πλαστήρας ξεχώρισε για την ψυχραιμία, την αποφασιστικότητα και την ικανότητά του να διατηρεί το ηθικό των στρατιωτών του ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.
Οι Τούρκοι, λόγω της εμφάνισής του αλλά και της μαχητικότητας που χαρακτήριζε τον ίδιο και τη μονάδα του, τον αποκαλούσαν «Καρά Πιπέρ» (Μαυροπίπερο), ενώ το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων απέκτησε από τους αντιπάλους του το προσωνύμιο «Σεϊτάν Ασκέρ» (Στρατός του Διαβόλου).
Κατά την τουρκική αντεπίθεση στη Μάχη του Σαγγάριου (1921), η οποία αποτέλεσε σημείο καμπής για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, ο Πλαστήρας έδειξε για ακόμη μία φορά τις στρατιωτικές του ικανότητες. Παρά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού, κατάφερε να οδηγήσει τη μονάδα του σε οργανωμένη απαγκίστρωση, αποφεύγοντας την πλήρη διάλυση.
Κατά την υποχώρηση προς τα παράλια, το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων συνέβαλε στην προστασία χιλιάδων αμάχων και προσφύγων που προσπαθούσαν να σωθούν από την καταστροφή που πλησίαζε.
Ο Πλαστήρας έφτασε στον Τσεσμέ και από εκεί στη Χίο, έχοντας μαζί του στρατιώτες αλλά και πολλούς πρόσφυγες που αναζητούσαν προστασία. Η στάση του αυτή ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη φήμη του ως ανθρώπου που έβαζε πάνω από όλα το καθήκον και την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Η Μικρασιατική Καταστροφή και η Επανάσταση του 1922
Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες εθνικές τραγωδίες της σύγχρονης Ελλάδας. Η ήττα του ελληνικού στρατού, η καταστροφή των ελληνικών κοινοτήτων της Μικράς Ασίας και η άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων δημιούργησαν μια πρωτοφανή πολιτική και κοινωνική κρίση.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ξέσπασε η Επανάσταση του 1922 στη Χίο και τη Μυτιλήνη τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Η κίνηση αυτή οδήγησε στη δημιουργία της «Επαναστατικής Επιτροπής», με επικεφαλής τον Νικόλαο Πλαστήρα, τον Στυλιανό Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά.
Η Επιτροπή, με τελεσίγραφό της, απαίτησε:
- την παραίτηση της κυβέρνησης Γούναρη,
- την παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’,
- την ανάληψη της εξουσίας από νέα κυβέρνηση που θα επιχειρούσε να αντιμετωπίσει την κρίση.
Με την υποστήριξη σημαντικού τμήματος του στρατού και ιδιαίτερα του Πολεμικού Ναυτικού, οι επαναστάτες επικράτησαν γρήγορα. Ο Νικόλαος Πλαστήρας αναδείχθηκε σε κεντρικό πρόσωπο της νέας κατάστασης και ουσιαστικά αποτέλεσε τον κύριο εκφραστή της Επανάστασης.
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ παραιτήθηκε υπέρ του γιου του Γεωργίου Β’, ενώ πρωθυπουργός ανέλαβε αρχικά ο Σωτήριος Κροκιδάς.
Οι δύσκολες αποφάσεις της Επαναστατικής Επιτροπής
Το έργο της νέας εξουσίας ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Η Ελλάδα βρισκόταν σε κατάσταση πολιτικής αστάθειας, με έναν στρατό αποδιοργανωμένο και εκατοντάδες χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες να χρειάζονται άμεση βοήθεια, στέγαση και περίθαλψη.
Η Επαναστατική Επιτροπή έπρεπε:
- να αναδιοργανώσει τον στρατό ενόψει των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία,
- να αντιμετωπίσει το τεράστιο προσφυγικό πρόβλημα,
- να αποκαταστήσει την πολιτική τάξη,
- να διαχειριστεί την απαίτηση της κοινωνίας για απόδοση ευθυνών σχετικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες αποφάσεις της περιόδου ήταν η παραπομπή σε δίκη των πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την ήττα στη Μικρά Ασία. Η διαδικασία αυτή έμεινε γνωστή ως «Δίκη των Έξι». Οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν για εσχάτη προδοσία και έξι από αυτούς εκτελέστηκαν στις 15 Νοεμβρίου 1922 στο Γουδί. Η απόφαση αυτή παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο ιστορικής συζήτησης. Για άλλους αποτέλεσε πράξη απονομής δικαιοσύνης σε μια περίοδο εθνικής καταστροφής, ενώ για άλλους μια πολιτικά φορτισμένη διαδικασία που επηρεάστηκε από το κλίμα οργής και εκδίκησης που επικρατούσε μετά την ήττα.
Από τη Συνθήκη της Λωζάννης έως την πρώτη πρωθυπουργία (1923–1945). Η Συνθήκη της Λωζάννης και η αποχώρησή του από τον στρατό
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Νικόλαος Πλαστήρας κάλεσε από την εξορία τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προκειμένου να ηγηθεί της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία. Οι διαπραγματεύσεις αυτές οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης (1923), η οποία καθόρισε τα σύγχρονα ελληνοτουρκικά σύνορα και προέβλεψε την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών, με εξαίρεση τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και τους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης.
Την ίδια περίοδο, η Επαναστατική Επιτροπή κλήθηκε να αντιμετωπίσει και νέες προκλήσεις. Τον Οκτώβριο του 1923 κατέστειλε επιτυχώς το φιλοβασιλικό κίνημα των υποστρατήγων Γεωργίου Λεοναρδόπουλου και Παναγιώτη Γαργαλίδη, διατηρώντας τον έλεγχο της κατάστασης.
Λίγο αργότερα ακολούθησε το γνωστό Περιστατικό της Κέρκυρας, όταν η Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι κατέλαβε προσωρινά το νησί μετά τη δολοφονία του στρατηγού Ενρίκο Τελλίνι. Παρά τη σοβαρότητα της κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε να την αντιμετωπίσει χωρίς να οδηγηθεί η χώρα σε νέα πολεμική σύγκρουση.
Η πίστη του στη δημοκρατία
Παρά το γεγονός ότι είχε πρωταγωνιστήσει στην Επανάσταση του 1922, ο Πλαστήρας πίστευε βαθιά πως ο στρατός δεν πρέπει να κυβερνά. Θεωρούσε ότι η αποστολή των στρατιωτικών είναι η προάσπιση της πατρίδας και όχι η άσκηση πολιτικής εξουσίας. Για τον λόγο αυτό οδήγησε τη χώρα σε βουλευτικές εκλογές στις 16 Δεκεμβρίου 1923, επιδιώκοντας την ομαλή επιστροφή στη συνταγματική νομιμότητα.
Οι φιλοβασιλικές δυνάμεις απείχαν από τις εκλογές, με αποτέλεσμα η νέα Συντακτική Βουλή, που συγκροτήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1924, να ανοίξει τον δρόμο για την ανακήρυξη της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Την ίδια ημέρα ο Νικόλαος Πλαστήρας υπέβαλε την παραίτησή του από τον Ελληνικό Στρατό, θεωρώντας ότι είχε ολοκληρώσει την αποστολή του. Σε αναγνώριση της πολύχρονης στρατιωτικής και εθνικής του προσφοράς, η Βουλή τον προήγαγε στον βαθμό του αντιστρατήγου.
Η πολιτική αποχή και το αποτυχημένο κίνημα του 1933
Από το 1924 έως το 1933, ο Πλαστήρας παρέμεινε ουσιαστικά μακριά από την ενεργό πολιτική, ζώντας μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Ωστόσο, οι πολιτικές εξελίξεις τον επανέφεραν στο προσκήνιο. Μετά τις εκλογές της 6ης Μαρτίου 1933, στις οποίες επικράτησε η αντιβενιζελική παράταξη, φοβήθηκε ότι η χώρα οδηγούνταν σε πολιτική ανατροπή και επιχείρησε να την αποτρέψει με στρατιωτικό κίνημα.
Η προσπάθεια απέτυχε σχεδόν αμέσως, καθώς δεν είχε την απαιτούμενη στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη, ούτε τη στήριξη του ίδιου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Αντιλαμβανόμενος ότι κινδύνευε να συλληφθεί και να δικαστεί για εσχάτη προδοσία, διέφυγε αρχικά στα Δωδεκάνησα, στη συνέχεια στη Βηρυτό και τελικά εγκαταστάθηκε στη Νίκαια της Γαλλίας. Αν και τελικά δεν διώχθηκε για το κίνημα του 1933, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο για τη συμμετοχή του στο αποτυχημένο φιλοβενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, μαζί με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Η δικτατορία του Μεταξά και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά (1936-1941), ο Πλαστήρας παρέμεινε στο εξωτερικό και πρωτοστάτησε σε προσπάθειες δημιουργίας αντιδικτατορικής κίνησης.
Παράλληλα επιχείρησε, χωρίς επιτυχία, να πείσει τη Γαλλία να στηρίξει την ανατροπή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου το 1940, απέστειλε επιστολή προς την ελληνική κυβέρνηση, στην οποία πρότεινε την αναζήτηση μιας πολιτικής λύσης και τη συνθηκολόγηση με την Ιταλία, θεωρώντας ότι έτσι θα αποφεύγονταν μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές. Η επιστολή αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους πολιτικούς του αντιπάλους, επηρεάζοντας σημαντικά την πολιτική του εικόνα κατά τα μεταπολεμικά χρόνια.
Η επιστροφή στην Ελλάδα και η πρώτη πρωθυπουργία
Μετά την Απελευθέρωση της Ελλάδας και τα αιματηρά Δεκεμβριανά του 1944, η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα του εμφυλίου διχασμού. Ύστερα από την παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, ο Νικόλαος Πλαστήρας θεωρήθηκε προσωπικότητα κοινής αποδοχής και στις 3 Ιανουαρίου 1945 ανέλαβε την πρωθυπουργία.
Στην κυβέρνησή του συμμετείχαν σχεδόν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της εποχής, με εξαίρεση το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ). Στόχος του ήταν η αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας και η αποφυγή ενός νέου κύκλου αιματοχυσίας. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του υπογράφηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, η οποία προέβλεπε τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και την προσπάθεια επιστροφής της χώρας στην ειρηνική πολιτική ζωή.
Ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα δημοσιεύθηκε στον Τύπο η επιστολή που είχε γράψει το 1940 υπέρ της συνθηκολόγησης με την Ιταλία. Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις και, υπό το βάρος των εξελίξεων, ο Πλαστήρας υπέβαλε την παραίτησή του στις 10 Απριλίου 1945.
Εμφύλιος Πόλεμος – ΕΠΕΚ – Η τελευταία πρωθυπουργία – Το έργο του – Ο θάνατός του. Η στάση του κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου
Μετά την παραίτησή του από την πρωθυπουργία, ο Νικόλαος Πλαστήρας παρέμεινε για ένα διάστημα εκτός της ενεργού πολιτικής. Η Ελλάδα, όμως, οδηγούνταν πλέον στον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949), μια από τις πιο οδυνηρές περιόδους της νεότερης ιστορίας της.
Ο Πλαστήρας καταδίκασε τη βία και από τις δύο πλευρές, θεωρώντας ότι τόσο η Αριστερά όσο και η Δεξιά έφεραν ευθύνη για τον αδελφοκτόνο σπαραγμό που δίχασε τον ελληνικό λαό.
Χαρακτηριστικό της στάσης του ήταν ότι υπήρξε από τους πρώτους πολιτικούς του αστικού χώρου που χρησιμοποίησαν δημόσια τον όρο «Εμφύλιος Πόλεμος», σε μια εποχή που ο επίσημος κρατικός όρος ήταν «Συμμοριτοπόλεμος». Η επιλογή αυτή φανέρωνε την επιθυμία του να αντιμετωπιστεί η τραγωδία ως εθνική πληγή και όχι αποκλειστικά ως στρατιωτική σύγκρουση.
Η ίδρυση της ΕΠΕΚ
Μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο Πλαστήρας πίστευε ότι η Ελλάδα είχε ανάγκη από εθνική συμφιλίωση, κοινωνική ειρήνη και οικονομική ανασυγκρότηση. Με αυτή τη φιλοσοφία, στις 14 Ιανουαρίου 1950, ίδρυσε μαζί με τον Εμμανουήλ Τσουδερό την ΕΠΕΚ (Εθνική Προοδευτική Ένωσις Κέντρου). Βασικός στόχος του νέου πολιτικού σχηματισμού ήταν να γεφυρώσει το βαθύ χάσμα που είχε δημιουργήσει ο Εμφύλιος και να προωθήσει πολιτικές κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατικής ομαλότητας και οικονομικής ανάπτυξης.
Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950, η ΕΠΕΚ συγκέντρωσε 16,4% των ψήφων και εξέλεξε 45 βουλευτές, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 15 Απριλίου 1950, ο Νικόλαος Πλαστήρας σχημάτισε κυβέρνηση συνεργασίας με αντιπρόεδρο τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Παρότι η κυβέρνηση παρέμεινε στην εξουσία μόλις πέντε μήνες, πρόλαβε να λάβει σημαντικά μέτρα που στόχευαν στη μείωση των συνεπειών του Εμφυλίου, περιορίζοντας τις διώξεις πολιτών για τα πολιτικά τους φρονήματα και επιχειρώντας να αποκαταστήσει ένα κλίμα κοινωνικής ηρεμίας.
Η δεύτερη πρωθυπουργία και οι μεγάλες δυσκολίες
Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951, η ΕΠΕΚ αύξησε σημαντικά τις δυνάμεις της, συγκεντρώνοντας 23,5% των ψήφων και 74 έδρες, αναδεικνυόμενη δεύτερο κόμμα πίσω από τον Ελληνικό Συναγερμό του Αλέξανδρου Παπάγου. Σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ της ΕΠΕΚ και των Φιλελευθέρων, με πρωθυπουργό τον Νικόλαο Πλαστήρα.
Η περίοδος αυτή υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη. Παρά τις συνεχείς προσπάθειές του για εθνική συμφιλίωση, το πολιτικό κλίμα παρέμενε βαθιά διχασμένο. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του πραγματοποιήθηκε η εκτέλεση των Νίκου Μπελογιάννη, Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη και Νίκου Καλούμενου, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε εκφράσει την αντίθεσή του στην επιβολή της θανατικής ποινής. Παράλληλα ξεκίνησε η γνωστή Δίκη των Αεροπόρων, μια υπόθεση που προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις και ανέδειξε το ιδιαίτερα φορτισμένο πολιτικό κλίμα της εποχής.
Το κοινωνικό και αναπτυξιακό έργο του
Παρά τις μεγάλες δυσκολίες, η κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα προχώρησε σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις και έργα που άφησαν έντονο αποτύπωμα στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Ανάμεσα στις σημαντικότερες πρωτοβουλίες του ξεχωρίζουν:
- η προώθηση έργων υποδομής,
- η ενίσχυση της οικονομικής ανασυγκρότησης της χώρας,
- η επέκταση των κοινωνικών παροχών,
- η διανομή γεωργικής γης σε ακτήμονες,
- η στήριξη της ελληνικής περιφέρειας,
- η ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο αυτή εδραιώθηκε η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική ζωή, καθώς μετά τις σχετικές νομοθετικές αλλαγές της εποχής άρχισε να εφαρμόζεται σταδιακά το δικαίωμα συμμετοχής τους στις εθνικές εκλογές, εξέλιξη που αποτέλεσε σημαντικό βήμα για την ισότητα των πολιτών.
Ένα ακόμη σημαντικό έργο που συνδέεται με το όνομά του είναι η δημιουργία της Λίμνης Πλαστήρα. Αν και το φράγμα ολοκληρώθηκε αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του, η ιδέα και η προώθηση του έργου οφείλονται στον ίδιο, ο οποίος είχε οραματιστεί την αξιοποίηση των νερών του Ταυρωπού για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, την άρδευση της θεσσαλικής πεδιάδας και την ανάπτυξη της περιοχής.
Σήμερα η Λίμνη Πλαστήρα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους υδάτινους πόρους και δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς της Ελλάδας, αποτελώντας διαχρονικό σύμβολο του οράματός του.
Οι τελευταίες εκλογές και το τέλος της πολιτικής του πορείας
Στις 16 Νοεμβρίου 1952, πραγματοποιήθηκαν νέες βουλευτικές εκλογές, στις οποίες επικράτησε ο στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος και ο Ελληνικός Συναγερμός. Η έκκληση του Πλαστήρα προς την Αριστερά για συνεργασία δεν βρήκε ανταπόκριση.
Χαρακτηριστική έμεινε η γνωστή φράση: «Τι Παπάγος, τι Πλαστήρας, ούλοι οι σκύλοι μια γενιά.»
Η ΕΠΕΚ υπέστη βαριά εκλογική ήττα και λίγο αργότερα οδηγήθηκε στη διάσπαση.Ήδη επιβαρυμένος από σοβαρά προβλήματα υγείας και διαδοχικά καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια, ο Νικόλαος Πλαστήρας δεν κατάφερε να εκλεγεί ούτε βουλευτής. Η μακρά πολιτική και στρατιωτική του διαδρομή έφτανε στο τέλος της.
Ο θάνατός του
Ο Νικόλαος Πλαστήρας άφησε την τελευταία του πνοή στις 26 Ιουλίου 1953, σε ηλικία 69 ετών, ύστερα από βαρύ καρδιακό έμφραγμα. Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του πιστός στις αρχές της εντιμότητας, της λιτότητας και της προσφοράς προς την πατρίδα. Παρά το γεγονός ότι διετέλεσε δύο φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας, πέθανε χωρίς προσωπική περιουσία, χωρίς πολυτελή κατοικία και χωρίς οικονομικά προνόμια. Το γεγονός αυτό αποτελεί έναν από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους εξακολουθεί να θεωρείται μέχρι σήμερα υπόδειγμα ήθους και πολιτικής ακεραιότητας.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ως στρατιωτικός, διακρίθηκε για την ανδρεία και τις ηγετικές του ικανότητες στα πεδία των μαχών. Ως πολιτικός, προσπάθησε να υπηρετήσει τη χώρα σε εξαιρετικά δύσκολες εποχές, επιδιώκοντας τη συμφιλίωση, την κοινωνική δικαιοσύνη και την εθνική ενότητα.
Παρότι πολλές από τις αποφάσεις του εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης, η προσωπική του εντιμότητα, η ανιδιοτέλεια και η σεμνότητα δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ.
Η παρακαταθήκη του παραμένει ζωντανή ως παράδειγμα δημόσιου λειτουργού που έθεσε το συμφέρον της πατρίδας πάνω από το προσωπικό του όφελος, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ελληνική ιστορία.

