Ο Άγιος Νικηφόρος γεννήθηκε τον 8ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη και ξεχώρισε για τη θεολογική του κατάρτιση και τη σταθερή υπεράσπιση της Ορθόδοξης πίστης.
Ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, βρέθηκε αντιμέτωπος με την εικονομαχία και εξορίστηκε εξαιτίας της αφοσίωσής του στην τιμή και την προσκύνηση των ιερών εικόνων.
Ο Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 758 μ.Χ. από ευσεβείς και επιφανείς γονείς, τον Θεόδωρο, που ήταν βασιλικός γραμματέας και νοτάριος, και την Ειρήνη.
Ο πατέρας του εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τον Κοπρώνυμο, επειδή υπερασπιζόταν την τιμή των ιερών εικόνων. Αρχικά στάλθηκε στα Μύλασσα της Καρίας και στη συνέχεια στη Νίκαια, όπου και πέθανε έπειτα από έξι χρόνια εξορίας.
Ο Νικηφόρος έλαβε πολύ καλή μόρφωση και υπηρέτησε ως βασιλικός γραμματέας. Ωστόσο, επειδή είχε βαθιά κλίση προς τον μοναχικό βίο, έγινε μοναχός και αποσύρθηκε σε έναν λόφο απέναντι από τον Θρακικό Βόσπορο, όπου ασκήτευε μαζί με άλλους μοναχούς.
Η φήμη του για την αρετή και την πνευματικότητά του εξαπλώθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έτσι κλήθηκε να αναλάβει τη διοίκηση ενός πτωχοκομείου της πόλης.
Μετά την κοίμηση του Αγίου Ταρασίου, επί αυτοκράτορα Νικηφόρου Α’ του Λογοθέτη, εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στις 5 Απριλίου του 806 μ.Χ., με την ψήφο του κλήρου και του λαού. Η χειροτονία του πραγματοποιήθηκε στις 12 Απριλίου, ημέρα του Αγίου Πάσχα.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Νικηφόρου Α’ και των διαδόχων του, Σταυρακίου και Μιχαήλ Α’ Ραγκαβέ, η πατριαρχία του Αγίου Νικηφόρου εξελίχθηκε ομαλά και χωρίς αναταραχές.
Όταν όμως ανέβηκε στον θρόνο ο Λέων Ε’ ο Αρμένιος, ο οποίος ήταν εικονομάχος, ο Άγιος Νικηφόρος στάθηκε γενναίος υπερασπιστής της Ορθοδοξίας και αυστηρός ελεγκτής της αυτοκρατορικής πολιτικής απέναντι στις ιερές εικόνες.
Ο Πατριάρχης μαζί με τον Όσιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας, τον Άγιο Αιμιλιανό Κυζίκου, τον Άγιο Ευθύμιο Σαρδέων, τον Ευδόξιο Αμορίου, τον Άγιο Μιχαήλ Συνάδων και τον Άγιο Ιωσήφ Θεσσαλονίκης πήγαν στο παλάτι, με σκοπό να ελέγξουν τον αυτοκράτορα και να τον βοηθήσουν να επιστρέψει στην ορθή πίστη.
Ο αυτοκράτορας όμως παρέμεινε αμετανόητος και τους καταδίκασε όλους σε εξορία. Ο Άγιος Νικηφόρος εξορίστηκε αρχικά στη Χρυσούπολη και έπειτα στη μονή του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου, κοντά στον Ακρίτα. Εκεί συνδέθηκε ακόμη περισσότερο με τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, ο οποίος επίσης βρισκόταν στην εξορία.
Λίγο αργότερα, μετά τη δολοφονία του Λέοντα Ε’, αυτοκράτορας έγινε ο Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός. Τότε ο Άγιος Νικηφόρος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε να αποκατασταθεί στον πατριαρχικό θρόνο.
Ο αυτοκράτορας δέχθηκε την πρόταση, αλλά έθεσε ως όρο ο Άγιος να αναγνωρίσει την υπάρχουσα εκκλησιαστική κατάσταση και να μη θέσει ξανά το θέμα της αναστήλωσης των ιερών εικόνων. Ο Άγιος Νικηφόρος αρνήθηκε να δεχθεί αυτόν τον όρο και προτίμησε να επιστρέψει στην εξορία, όπου και πέθανε το 829 μ.Χ.
Ο Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής κατέχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Εκκλησίας, όχι μόνο επειδή αγωνίστηκε με ζήλο εναντίον των εικονομάχων, αλλά και λόγω της σπουδαίας συγγραφικής του δραστηριότητας. Από τα σημαντικότερα έργα του είναι η «Σύντομος Ιστορία», το «Χρονολογικόν Σύντομον», η «Στιχομετρία», οι «Λόγοι Αντιρρητικοί», οι «Επιστολές» και διάφοροι εκκλησιαστικοί κανόνες.
Η μεγάλη προσφορά του Αγίου Νικηφόρου στην επικράτηση της Ορθόδοξης διδασκαλίας βρίσκεται στη συστηματική ανασκευή των επιχειρημάτων των εικονομάχων, ιδιαίτερα σε όσα σχετίζονταν με το Χριστολογικό δόγμα.
Οι εικονομάχοι, απορρίπτοντας την τιμή των ιερών εικόνων, απέρριψαν από την αρχή και τις εικόνες των Αγγέλων. Ο Άγιος Νικηφόρος απέδειξε, βασισμένος στην Παλαιά Διαθήκη, ότι οι αγγελικές δυνάμεις, αν και είναι ασώματες και άυλες, μπορούν να εικονίζονται. Επίσης δίδαξε ότι οι εικόνες λαμβάνουν τιμή και ευλογία μέσω της αναφοράς τους στα πρωτότυπα πρόσωπα που απεικονίζουν και ότι όσοι τις τιμούν με πίστη μετέχουν αυτής της χάρης.
Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αγίου, οι εικόνες των Αγγέλων δεν είναι άψυχα αντικείμενα ή είδωλα κατασκευασμένα απλώς από ανθρώπινα χέρια, αλλά ιερά και τίμια ομοιώματα των επουράνιων δυνάμεων, των οποίων την κατασκευή ευλογεί και επιτρέπει ο ίδιος ο Θεός.
Η Εκκλησία τιμά την ανακομιδή του ιερού λειψάνου του Αγίου Νικηφόρου στις 13 Μαρτίου.
Στίχος
Τοῦ Πατριάρχου Πατριάρχης πλησίον, Θείου γέροντος, Ἀβραὰμ Νικηφόρος. Δευτερίῃ Νικηφόρος εἰς Ἐδὲμ εὕρατο μοίρην.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως
Νίκην ἤνεγκε, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἡ σὴ ἔνθεος, ὁμολογία, Νικηφόρε Ἱεράρχα θεόληπτε· τὴν γὰρ Εἰκόνα τοῦ Λόγου σεβόμενος, ὑπερορίᾳ ἀδίκως ὡμίλησας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικηφόρε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον
Τὸν τὴν νίκης στέφανον, ὦ Νικηφόρε, οὐρανόθεν ἔνδοξε, ὡς εἰληφὼς παρὰ Θεοῦ, σῶζε τοὺς πίστει τιμῶντάς σε, ὡς Ἱεράρχην Χριστοῦ καὶ Διδάσκαλον.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις Ἐκκλησίας ἔμπνους εἰκών, καὶ Εἰκονομάχων, καθαιρέτης ὁ ἰσχυρός· χαίροις θεοσδότων, δογμάτων ὁ προστάτης, θεόφρον Νικηφόρε, πίστεως ἔρεισμα.
