Ο Καβάφης του Πραξιτέλη Τζανουλίνου, ένα νέο γλυπτό στην πόλη από το Ίδρυμα Ωνάση
Η Βένια Παστάκα, ιστορικός τέχνης, γράφει στο Greekaffair.gr για το νέο γλυπτό του Κωνσταντίνου Καβάφη στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, αναλύοντας τον συμβολισμό του, την καλλιτεχνική του προσέγγιση και τη σχέση του με τον δημόσιο χώρο της Αθήνας.
Γράφει: Βένια Παστάκα, ιστορικός τέχνης
Την Τρίτη 28 Απριλίου έγιναν τα αποκαλυπτήρια ενός νέου αγάλματος στην αρχή της Διονυσίου Αρεοπαγίτου.
Πρόκειται για το ολόσωμο γλυπτό του Κωνσταντίνου Καβάφη, ο οποίος καθισμένος στο ανάκλιντρό του μοιάζει έτοιμος να σηκωθεί. Η χρονική στιγμή των αποκαλυπτηρίων δεν είναι τυχαία. Το γλυπτό παρουσιάστηκε παραμονή της επετείου γέννησης και θανάτου του Καβάφη (29 Απριλίου), ενισχύοντας τον συμβολισμό μιας επιστροφής του ποιητή στην πόλη που ο ίδιος αγαπούσε.
Η ένταξη του γλυπτού στον δημόσιο χώρο και η εμπειρία της συνύπαρξης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου καθώς δίπλα στον ποιητή υπάρχει χώρος που επιτρέπει στον περαστικό να καθίσει. Πρόκειται για μια χειρονομία που μετατρέπει το γλυπτό από αντικείμενο θέασης σε σημείο συνάντησης. Με τον τρόπο αυτό, ο θεατής καλείται να συνυπάρξει μαζί με το έργο και να «συνομιλήσει», έστω και νοερά, με τον Αλεξανδρινό ποιητή, να αναμετρηθεί με τις σιωπές και τα υπαινικτικά του βλέμματα. Ο δημιουργός του έργου, Πραξιτέλης Τζανουλίνος, συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες γλύπτες. Γεννημένος στο Φαλατάδο της Τήνου, ενός τόπου με βαθιά παράδοση στη μαρμαρογλυπτική, κουβαλά μια βιωματική σχέση με το υλικό και την τέχνη του.
Η καλλιτεχνική πορεία του Πραξιτέλη Τζανουλίνου
Η πορεία του ξεκίνησε από την Προπαρασκευαστική και Επαγγελματική Σχολή Πανόρμου Τήνου και συνεχίστηκε, με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελίστριας Τήνου, στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Εκεί, το ταλέντο του αναγνωρίστηκε νωρίς από τον Γιάννη Παππά, ενώ το 1987 τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.
Για χρόνια δίδασκε γλυπτική και συντήρηση στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και έχει βραβευτεί πολλάκις για το έργο του που βρίσκεται σε Ελλάδα και εξωτερικό. Στα βασικά στοιχεία της πορείας του Πραξιτέλη Τζανουλίνου συγκαταλέγονται και σημαντικά έργα σε δημόσιους και θεσμικούς χώρους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το πρόσφατο γλυπτό του Λόρδου Βύρωνα στη Γενεύη, καθώς και η μορφή της Μαρίας Κάλλας που φιλοξενείται στο ομώνυμο μουσείο στην Αθήνα.
Ανθρωποκεντρική απόδοση και εσωτερικότητα της μορφής
Το έργο του Τζανουλίνου διακρίνεται για την ανθρωποκεντρική του προσέγγιση και την ευαισθησία με την οποία αποδίδει τη μορφή. Στην περίπτωση του Καβάφη, δεν επιχειρεί μια ηρωοποίηση, αλλά μια ήσυχη, σχεδόν στοχαστική προσέγγιση της μορφής που εστιάζει περισσότερο στην εσωτερική ένταση παρά στην εξωτερική επιβολή.
Η πρόσληψη του έργου και η δυναμική της δημόσιας γλυπτικής στην Αθήνα
Αξίζει να σταθεί κανείς και στην υποδοχή του έργου από το κοινό, ιδιαίτερα αν σκεφτεί το πλαίσιο μιας πολύπαθης πόλης, που δεν είναι λίγες οι φορές που έχει βρεθεί αντιμέτωπη με αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις στον δημόσιο χώρο. Σε μια πόλη όπου η σχέση με τη δημόσια γλυπτική είναι συχνά προβληματική, είτε λόγω αισθητικών επιλογών είτε λόγω έλλειψης ουσιαστικής σύνδεσης με το περιβάλλον, η ανταπόκριση στο έργο του Πραξιτέλη Τζανουλίνου αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η θερμή, σχεδόν αυθόρμητη αποδοχή του Καβάφη δεν είναι τυχαία. Φαίνεται να αντανακλά μια υπόγεια αλλά διαρκή ανάγκη του κοινού για έργα που δεν επιβάλλονται στον χώρο, αλλά τον σέβονται και τον ενεργοποιούν. Έργα που συνομιλούν με την πόλη και τους ανθρώπους της, αντί να στέκονται αποκομμένα ή ξένα προς την καθημερινότητα.
Ίσως, τελικά, η επιτυχία αυτού του γλυπτού να λειτουργεί και ως ένα διακριτικό σχόλιο πως το ζήτημα δεν είναι αν η πόλη αντέχει νέα έργα τέχνης, αλλά τι είδους έργα επιλέγουμε να της δώσουμε. Και ότι όταν αυτά διαθέτουν μέτρο, ευαισθησία και ουσιαστική καλλιτεχνική πρόταση, το κοινό είναι όχι μόνο έτοιμο να τα δεχτεί, αλλά και να τα αγκαλιάσει.
