Greekaffair.gr: Η άλλη πλευρά της ενημέρωσης
Άμπελος Κυρίου

Τα θαύματα του Αγίου Νικολάου

Τα θαύματα του Αγίου Νικολάου

 

 

Ο Άγιος Νικόλαος, ένας από τους πιο αγαπημένους Αγίους της Ορθοδοξίας, είναι γνωστός για τα πολυάριθμα θαύματά του. Προστάτης των ναυτικών και των πιστών, εμφανίζεται στα ταξίδια και τις ανάγκες όσων επικαλούνται τη βοήθειά του. Από την ανάσταση ναυτών και τη γαλήνευση της θάλασσας, μέχρι τη διάσωση περιοχών από πείνα και αδικίες, ο Άγιος Νικόλαος συνεχίζει να εμπνέει και να προσφέρει ελπίδα. Η πίστη στους Αγίους Τόπους, τα Μύρα της Λυκίας, και οι ιστορίες από μοναστήρια όπως το Άγιο Όρος μαρτυρούν την αέναη παρουσία του και τη θαυματουργή του προστασία.

 

Η ανάσταση του ναύτη

Κάποτε ο Άγιος Νικόλαος αναχώρησε με ένα αιγυπτιακό καράβι να πάει στα Ιεροσόλυμα, να δει τους Αγίους Τόπους εκεί που μαρτύρησε ο Θεάνθρωπος. Ήθελε να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου.Το βράδυ, είδε στον ύπνο του ότι είχε πιάσει μεγάλη τρικυμία και ο σατανάς έκοψε τα σχοινιά από το καράβι κι έσπασε το τιμόνι. Το πρωί, λέει στον καπετάνιο ότι αν πιάσει τρικυμία να μη φοβηθεί, γιατί θα είναι έργο του σατανά, κι ο Θεός θα τους βοηθήσει. Στο καράβι ήταν πολλοί χριστιανοί που πήγαιναν και αυτοί για να προσκυνήσουν. Στη μέση του ταξιδιού τους, ξέσπασε πολύ μεγάλη φουρτούνα και περίμεναν όλοι τους να βουλιάξουν από στιγμή σε στιγμή. Αμέσως όλοι πήγαν κοντά στον Άγιο και από τον βέβαιο πνιγμό. Πράγματι, ο Άγιος γονάτισε και προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο, παρακαλώντας τον να καταπαύσει η μεγάλη θαλασσοταραχή και ο πολύ δυνατός άνεμος. Πράγματι, ο άνεμος σταμάτησε και η θάλασσα γαλήνεψε.

Όμως, κάποιος ναύτης, την ώρα της φουρτούνας, ανέβηκε στο κατάρτι για να φτιάξει το πανί, γλύστρισε και έπεσε στο κατάστρωμα και σκοτώθηκε. Τότε ο Άγιος Νικόλαος πήγε κοντά του, παρακάλεσε το Θεό να τον αναστήσει και το θαύμα έγινε. Ο ναύτης αναστήθηκε, σηκώθηκε σαν να ξύπνησε από τον ύπνο.

Μετά από αυτό το γεγονός, πολλοί έτρεξαν κοντά στον Άγιο και βρήκαν τη θεραπεία τους.

Ο Άγιος γαληνεύει τη θάλασσα

Αφού ο Άγιος προσκύνησε τον Πανάγαθο Τάφο του Κυρίου και είδε όλα τα μέρη που δίδαξε και μαρτύρησε ο Χριστός, ήθελε να γυρίσει στην πατρίδα του, μα κανένα πλοίο δεν πήγαινε αν δεν εύρισκε “ναύλο”. Τότε ο Άγιος είπε στον καπετάνιο ότι ο ίδιος θα του πληρώσει όλο τον ναύλο για να τον πάρει στα Πάταρα. Όταν ανοίχτηκαν στο πέλαγος, ο αέρας ήταν καλός και αντί να πάνε στα Πάταρα, πήγαιναν πρώτα στη δικιά τους πατρίδα. Τότε, ξαφνικά, άρχισε μια φοβερή τρικυμία, που τους έσπασε το τιμόνι και το πλοίο, ακυβέρνητο, θα τσακιζόταν στους βράχους.

Ο Άγιος τότε πραγματικά παρακάλεσε το Θεό και η θάλασσα γαλήνεψε, και με ένα χοντρό ξύλο που χρησιμοποιήθηκε για τιμόνι έφτασαν στα Πάταρα. Όλοι τους χάρηκαν και δόξασαν τον Πανάγαθο.

Ο Άγιος σώζει τα Μύρα από μια μεγάλη πείνα

Κάποτε ήρθε πολύ μεγάλη πείνα στην περιοχή της Λυκίας. Οι κάτοικοι της γύρω περιοχής ουδέποτε θυμούνται τέτοια μεγάλη πείνα. Τα δε Μύρα, η επαρχία του Αγίου Νικολάου, κινδύνεψε να καταστραφεί.

Αλλά ο Άγιος λυπήθηκε το ποίμνιό του και ενήργησε ως ακολούθως:

Κάποιος πλοίαρχος φόρτωσε το πλοίο του με σιτάρι με προορισμό τη Γαλλία. Τη νύχτα, στον ύπνο του, βλέπει τον Άγιο Νικόλαο να του λέει: “Το σιτάρι να το πάρεις στα Μύρα της Λυκίας και όχι στη Γαλλία, γιατί εκεί είναι μεγάλη πείνα και θα το πωλήσεις πολύ άκριβά και γρήγορα. Πάρε δε και τρία φλωριά και όταν φθάσεις στα Μύρα θα πάρεις και τα υπόλοιπα χρήματα.”

Το πρωί, αφού ξύπνησε, ο πλοίαρχος βρήκε στα χέρια του τα νομίσματα, διηγήθηκε στους ναύτες του τα όσα του συνέβησαν τη νύχτα και τους έδειξε και τα νομίσματα. Όλοι συμφώνησαν ότι έπρεπε να οδηγήσουν το πλοίο στα Μύρα γιατί ήτανε θέλημα Θεού.

Πράγματι, αφού έφθασαν στα Μύρα, πώλησαν αμέσως όλο το σιτάρι σε πολύ καλή τιμή. Οι δε κάτοικοι των Μύρων δόξασαν τον Θεό, ο οποίος τους φρόντισε για να μην πεθάνουν από την πείνα, αλλά πάντοτε φροντίζει αυτούς που στηρίζουν την ελπίδα τους στο πλούσιό του έλεος.

Ο Άγιος κρατά το τιμόνι και σώζει το καϊκι

Κάποτε ένα καΐκι κινδύνεψε να βουλιάξει. Οι ναύτες του κάλεσαν τότε τον Άγιο Νικόλαο να τους σώσει, γιατί άκουσαν ότι ο Άγιος είναι ο προστάτης των θαλασσινών και ότι τους βοηθά. Επικαλέσθηκαν τον Άγιο με τούτα τα λόγια: “Άγιε Νικόλαε, βοήθησέ μας την ώρα αυτή, γιατί πνιγόμαστε”.

Πράγματι, ξαφνικά παρουσιάστηκε στην πρύμνη του καϊκιού ένας καλόγερος, που κρατούσε το τιμόνι και είπε στους ναύτες: “Μη φοβάστε, με φωνάξατε να σας βοηθήσω και αμέσως ήρθα να σας βοηθήσω”. Όταν η θάλασσα γαλήνεψε, ο Άγιος χάθηκε. Οι ναύτες βγήκαν στο λιμάνι των Μύρων και ζήτησαν να δουν τον Άγιο Νικόλαο. Μόλις μπήκαν στη Μητρόπολη, είδαν τον ίδιο καλόγερο που ήταν στο τιμόνι και τους έσωσε. Τον έβλεπαν για πρώτη φορά και τον γνώρισαν. Ήταν ο Άγιος Νικόλαος. Αμέσως έπεσαν και τον προσκύνησαν λέγοντας: “Ευχαριστούμεν σε, δούλε του Θεού, γιατί αν δεν πρόφτανες να έρθεις, θα πνιγόμασταν στη θάλασσα.

Ο Άγιος Νικόλαος και η Γριά που Ήταν ο Σατανάς

Άλλο θαύμα που έκανε ο Άγιος Νικόλαος είναι όταν μια μέρα παρουσιάστηκε μια γριά γυναίκα, που δεν ήταν άλλος από τον σατανά, στον πλοίαρχο ενός καϊκιού, που θα πήγαινε με πολλούς χριστιανούς στα Μύρα για να προσκυνήσουν στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου το ιερό του λείψανο.

Αυτή, λοιπόν, η γριά του λέει ότι θα ήθελε να πάει και αυτή να προσκυνήσει, μα δεν αντέχει τη θάλασσα γιατί είναι γριούλα, και τον παρακάλεσε να πάρει ένα δοχείο λάδι για ν’ ανάψουν τα καντήλια.

Ο πλοίαρχος το πήρε. Όλη την ημέρα ταξίδευαν καλά, αλλά τα μεσάνυχτα φάνηκε ο Άγιος Νικόλαος στον πλοίαρχο και του είπε να πετάξει το δοχείο με το λάδι που του είχε δώσει η γριά, γιατί εκεί μέσα είναι κρυμμένος ο σατανάς.

Την άλλη μέρα ο πλοίαρχος το πέταξε στη θάλασσα. Αμέσως μια φοβερή φλόγα βγήκε από μέσα, που μύριζε θειάφι, και σηκώθηκε τόσο μεγάλο κύμα, που κόντεψε να βουλιάξει το καΐκι.

Οι Ταϊφαλοι: Ο Άγιος σώζει τους θανατοποινίτες

Κάποτε, στην Μικρά Ασία, μια μεγάλη περιοχή ονομαζόταν Μεγάλη Φρυγία και μια άλλη περιοχή κοντά στον Ελλήσποντο, την οποία οι Έλληνες ονόμαζαν Τροία, ήταν η Μικρά Φρυγία. Στη Μεγάλη Φρυγία κατοικούσαν άνθρωποι αλλόφυλοι και ξένοι, οι οποίοι ονομάζοντο Ταϊφάλοι. Αυτοί, λοιπόν, μια μέρα επαναστάτησαν εναντίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Όταν το έμαθε ο Αυτοκράτορας, έστειλε τρεις σπουδαίους στρατηγούς με πολύ στρατό και πλοία για να τους ειρηνεύσουν και να τους καθησυχάσουν. Οι στρατηγοί ήταν ο Νεπωτιανός, ο Ούρσος και ο Ερπυλίων. Επειδή έκανε μεγάλη τρικυμία, οι τρεις στρατηγοί οδήγησαν τα πλοία και το στρατό στο λιμάνι των Μύρων που λεγόταν Ανδριάκη και έμειναν εκεί ώσπου να καλυτερέψει ο καιρός. Οι στρατιώτες, επειδή ήταν συνηθισμένοι στις αρπαγές, βγήκαν αμέσως στην πόλη Μύρα και άρπαζαν από τους κατοίκους ό,τι εύρισκαν.

Μόλις το έμαθε ο Άγιος Νικόλαος, πήγε στο λιμάνι και βρήκε τους στρατηγούς και τους λέγει: “Ποίοι είσθε;”

Εκείνοι μόλις είδαν Αρχιερέα και γέροντα, απάντησαν ταπεινά: “Είμαστε δούλοι του Βασιλιά και της αγιοσύνης σου και πηγαίνουμε με τη διαταγή του Βασιλιά να ειρηνεύσουμε τους Ταϊφάλους, οι οποίοι επαναστάτησαν. Και επειδή δεν κάμνει καλό καιρό για να αναχωρήσουμε, αναγκαστήκαμε να μείνουμε εδώ, ώσπου να καλυτερεύσει ο καιρός.” Τότε ο Άγιος Νικόλαος τους είπε: “Αφού ήλθατε να ειρηνεύσετε κόσμο επαναστημένο, όπως σας διέταξε ο Βασιλιάς σας, γιατί προκαλείτε τόση μεγάλη σύγχυση και ταραχή, αρπάζοντας ό,τι βρίσκετε;” Μόλις άκουσαν οι στρατηγοί, εφοβήθηκαν πολύ, γιατί ήταν καλοί χριστιανοί και αγαθοί άνθρωποι, και είπαν προς τον Άγιο: “Ποίος είναι αυτός που προκαλεί σύγχυση, Δέσποτα Άγιε;” Ο δε Άγιος απάντησε: “Εσείς είστε, γιατί αφήνετε τους στρατιώτες σας να αρπάζουν από την αγορά ό,τι θέλουν; Εσείς φταίτε.” Αμέσως οι στρατηγοί έτρεξαν στην αγορά, κτύπησαν μερικούς στρατιώτες και άλλους συμβούλευσαν να ησυχάσουν. Τα δε πράγματα που είχαν κλέψει τα μοίρασαν στον κόσμο. Ο Άγιος Νικόλαος τότε εφιλοξένησε τους τρεις στρατηγούς στη Μητρόπολη και, ως καλός Πατέρας και Αρχιερέας, συμβούλευσε και ευχήθηκε σ’ αυτούς, συνοδεύοντάς τους μέχρι το λιμάνι Ανδριάκη των Μυραίων.

Ενώ οι στρατηγοί και οι στρατιώτες ετοιμάζονταν να μπουν στα πλοία για να αναχωρήσουν, ο Άγιος Νικόλαος ξεκίνησε από το λιμάνι επιστρέφοντας στα Μύρα. Ξαφνικά, βλέπει μια ομάδα από άνδρες και γυναίκες να κλαίνε και να τον παρακαλούν να προλάβει και να ελευθερώσει τρεις συγγενείς τους, τους οποίους άδικα ο διοικητής του τόπου, Ευστάθιος, καταδίκασε σε θάνατο, δωροδοκηθείς από τους εχθρούς τους. Αφού ο Άγιος γνώρισε το άδικο της απόφασης, παρακάλεσε τους στρατηγούς να τον ακολουθήσουν και να σπεύσουν γρήγορα για να προλάβουν τους καταδικασθέντες σε θάνατο και να τους γλυτώσουν. Πράγματι, μόλις πρόλαβαν και έφτασαν στον τόπο της εκτέλεσης, την τελευταία στιγμή, πήρε από τα χέρια του δήμιου το σπαθί με το οποίο επρόκειτο να αποκεφαλίσει τους μελλοθάνατους, έλυσε τα δεσμά και όλοι δοξάζοντας τον Θεό και τον Άγιο Νικόλαο σώθηκαν.

Όταν το γεγονός διαδόθηκε στην πόλη, άνδρες και γυναίκες έτρεχαν για να δουν το θαύμα. Το ίδιο έπραξε και ο Ευστάθιος, καβαλάρης στο άλογό του, ο οποίος μόλις τον είδε, ο Άγιος Νικόλαος του ανέφερε τη δωροδοκία και την άδικη κρίση που επέβαλε σ’ αυτούς τους αθώους ανθρώπους.

Ο Ευστάθιος τότε ομολόγησε ότι ο Σιμωνίδης και ο Ευδόξιος ήταν οι πρώτοι που μαρτύρησαν εναντίον τους. Τότε ο Άγιος διαμαρτυρήθηκε ενώπιον των τριών στρατηγών ότι θα καταγγείλει την πράξη αυτή στον Βασιλιά, για να μάθει ότι ο Ευστάθιος είναι άδικος κριτής. Μόλις άκουσε αυτά, ο Ευστάθιος φοβήθηκε πάρα πολύ και αμέσως έπεσε στα πόδια του Αγίου ζητώντας του συγχώρεση.

Ο Άγιος Νικόλαος τον συγχώρεσε και επήλθε αγάπη μεταξύ τους.

Ο Άγιος Σώζει τους Τρεις Στρατηγούς

Αφού είδαν όλα όσα συνέβησαν, οι τρεις στρατηγοί μπήκαν στα πλοία τους και αναχώρησαν για τη Φρυγία, για να ειρηνεύσουν τους Ταϊφάλους. Πράγματι, αφού νίκησαν τους Ταϊφάλους και τους ειρήνευσαν, γύρισαν στην Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Αυτοκράτορας τους τίμησε δίνοντάς τους πολλά δώρα και τους έβαλε σε υψηλότερη θέση.

Μα ο σατανάς, που δεν θέλει το καλό κανενός, παρακίνησε μερικούς κακούς ανθρώπους να πλησιάσουν τον επίτροπο του Βασιλιά, Αβλάβιο, και να κατηγορήσουν τους στρατηγούς ότι τάχα δεν κτύπησαν τους επαναστάτες, αλλά έκαναν μυστική συμφωνία μαζί τους για να δημιουργήσουν ξεχωριστό κράτος με βασιλιάδες τους τρεις στρατηγούς: τον Νεπωτιανό, τον Ούρσο και τον Ερπύλιο.

Οι συκοφάντες έδωσαν πολλά χρήματα στον Αβλάβιο, και αυτός τους φυλάκισε χωρίς οι στρατηγοί να γνωρίζουν την αιτία. Οι κακοί εκείνοι άνθρωποι, φοβούμενοι μήπως φανερωθούν μια μέρα στο βασιλιά ως ψεύτες, έδωσαν ακόμα περισσότερα χρήματα στον Αβλάβιο για να διατάξει να σκοτώσουν τους στρατηγούς.

Αμέσως αυτός πήγε στον Αυτοκράτορα και του είπε: “Πολυχρονεμένε μου Βασιλιά, οι τρεις στρατηγοί, Νεπωτιανός, Ούρσος και Ερπύλιος, τους οποίους έστειλες να ειρηνεύσουν τους Ταϊφάλους, αντί να εκτελέσουν την προσταγή σου, τους παρέσυραν με το μέρος τους και σκέπτονται να επαναστατήσουν κατά της βασιλείας σου. Τους φυλάκισα και τώρα η βασιλεία σου πρέπει να τους σκοτώσει για να γλυτώσεις από αυτούς και να παραδειγματιστούν και οι άλλοι.”

Όταν ο αυτοκράτορας άκουσε τον Αβλάβιο, τον πίστεψε και διάταξε να αποκεφαλιστούν την επομένη μέρα. Τότε ο Αβλάβιος έγραψε την καταδίκη και έστειλε την είδηση στη φυλακή να δοθεί αγγελία στους στρατηγούς.

Όταν ο δεσμοφύλακας πήρε την είδηση και τη διάβασε, άρχισε να κλαίει και πήγε αμέσως στους στρατηγούς λέγοντάς τους: “Αύριο αποκεφαλίζεσθε. Εάν έχετε κάτι να γράψετε στις οικογένειές σας, να το πράξετε το συντομότερο”.

Μόλις άκουσαν τη διαταγή του Βασιλιά, παράλυσαν τα μέλη τους, μη γνωρίζοντας την αιτία της καταδίκης, και φώναζαν: “Σε ποιό πράγμα φταίξαμε ενώπιον του Θεού και του Βασιλιά μας και καταδικαστήκαμε σε θάνατο; Ποιά είναι η αμαρτία μας και θέλουν να μας σκοτώσουν;”

Οι τρεις στρατηγοί έγραψαν στη φυλακή τη διαθήκη τους και τις τελευταίες τους επιθυμίες. Ο ένας από τους τρεις, ο Νεπωτιανός, είπε ότι μόνο ο Επίσκοπος Λυκίας μπορεί να τους βοηθήσει και να τους σώσει από τον θάνατο. Θυμήθηκε τι συνέβη στα Μύρα της Λυκίας με τον μέγα Νικόλαο, ο οποίος ελευθέρωσε από τον άδικο θάνατο τρεις άνδρες. “Αυτός γνωρίζει για μας και πρέπει να προσευχηθούμε και να τον παρακαλέσουμε να μας απελευθερώσει,” είπε.

Πράγματι, και οι τρεις, με δάκρυα στα μάτια, εβόησαν λέγοντας: “Κύριε, ο Θεός του Πατρός ημών Νικόλαου, ο οποίος ελευθέρωσε από τον άδικο θάνατο τους τρεις άνδρες στα Μύρα, πρόφθασε, Κύριε, και μη παρίδεις την αδικία αυτή και μη μας λησμονήσεις από τον κίνδυνο θανάτου που βρισκόμαστε. Ελευθέρωσέ μας από τα χέρια των εχθρών μας και πρόφθασε σε βοήθειά μας, γιατί αύριο θα θανατωθούμε.”

Όλη τη νύχτα προσεύχονταν γονατιστοί μέσα στη φυλακή. Και πραγματικά, το ίδιο βράδυ, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος βλέπει οπτασία τον Άγιο Νικόλαο που του λέει: “Βασιλιά, ξύπνα και λευτέρωσε τους τρεις στρατηγούς σου, γιατί όσα σου είπαν είναι ψέματα. Αν δεν το κάνεις, γρήγορα θα πεθάνεις.”

“Ποίος είσαι σύ;” ρώτησε ο βασιλιάς. “Είμαι ο Επίσκοπος Λυκίας, κι εγώ τους φιλοξένησα και τους γνωρίζω καλά,” απάντησε ο Άγιος.

Ο Άγιος πήγε μετά στον Έπαρχο Αβλάβιο και του είπε: “Αβλάβιε, ανόητε, γιατί πήρες χρήματα και αδίκησες τους τρεις άνδρες, οι οποίοι δεν έφταιξαν σε τίποτε; Γρήγορα να τους ελευθερώσεις, ειδάλλως θα πεθάνεις.”

“Ποίος είσαι συ;” ρώτησε ο Αβλάβιος.

Ο Άγιος απάντησε ότι είναι ο Νικόλαος, δούλος του Θεού και Αρχιερέας των Μυραίων. Μόλις είπε αυτά ο Άγιος, ο Αβλάβιος αμέσως ξύπνησε και σκεφτόταν τι σήμαινε το όραμά του.

Ενώ λοιπόν ο Αβλάβιος σκεφτόταν τα οραθέντα, έφθασαν οι υπηρέτες του βασιλιά Κωνσταντίνου και του λένε: “Πήγαινε γρήγορα, σε ζητά ο Βασιλιάς.” Αμέσως πήγε και παρουσιάστηκε στο Βασιλιά, και ο βασιλιάς μόλις τον είδε άρχισε να του διηγείται το όραμα που είδε. Ο Αβλάβιος απάντησε ότι είδε το ίδιο όνειρο και απορούσε πολύ. Τότε ο βασιλιάς ζήτησε συγγνώμη από τους τρεις στρατηγούς και τους διηγήθηκε την οπτασία που είδε.

Οι τρεις στρατηγοί ελευθερώθηκαν και έγιναν μοναχοί. Τις δε περιουσίες τους τις μοίρασαν στους φτωχούς και στους δυστυχισμένους.

Ο βασιλιάς τους έδωσε ένα χρυσό Ευαγγέλιο, ένα χρυσό θυμιατήρι στολισμένο με πολύτιμους λίθους και δύο μεγάλες επίχρυσες λαμπάδες, δώρα για την Εκκλησία στην οποία ήταν Αρχιερέας ο Άγιος Νικόλαος.

 

Ο Άγιος Σώζει από Πνιγμό Ευσεβή Χριστιανό

Κάποτε στην Κωνσταντινούπολη ζούσε ένας ευλαβής και πιστός χριστιανός, ο οποίος υπεραγαπούσε τον Άγιο Νικόλαο, όπως και ο Άγιος τον αγαπούσε πολύ. Θέλησε κάποτε να ταξιδέψει με καράβι για δική του υπόθεση. Πήγε πρώτα στο ναό του Αγίου Νικολάου στην Κωνσταντινούπολη, που είχε κτίσει ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, για να προσκυνήσει πριν ξεκινήσει για το ταξίδι του.

Έπειτα, αφού αποχαιρέτησε τους συγγενείς και τους φίλους του, μπήκε στο καράβι. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι ναύτες ξύπνησαν για να διορθώσουν τα πανιά, γιατί είχε αλλάξει η διεύθυνση του ανέμου. Την ίδια στιγμή, ο ευλαβής χριστιανός σηκώθηκε για φυσική του ανάγκη. Πέρασε από εκεί που κατεγίνονταν οι ναύτες με τα σύνεργά τους και, περιπλεχθείς με τα πανιά, έπεσε στη θάλασσα.

Οι ναύτες πρόσεξαν τον άνθρωπο που έπεσε στη θάλασσα, αλλά δεν μπόρεσαν να τον σώσουν, γιατί ο άνεμος ήταν πολύ δυνατός. Το μόνο που έκαναν ήταν να τον κλαίνε συνεχώς για τον τραγικό του θάνατο.

Ο άνθρωπος αυτός, καθώς ήταν ντυμένος, καταποντίστηκε στο βυθό της θάλασσας και νοερά είπε: “Άγιε Νικόλαε, βοήθησέ με”.

Οι συγγενείς του, που κοιμούνταν εκείνη την ώρα στο σπίτι, ξύπνησαν έντρομοι ακούγοντας τις φωνές του. Επίσης, ξύπνησαν και οι γείτονες από το θόρυβο και έτρεξαν στο σπίτι του. Όλοι όσοι ήταν παρόντες και είδαν τα συμβάντα, έμειναν άφωνοι και σιωπηλοί, μη γνωρίζοντας τι να πουν.

Τότε ο χριστιανός άρχισε να διηγείται τι του συνέβη και τους παρακάλεσε να του πουν πώς βρέθηκε στο σπίτι του σε τέτοιες συνθήκες. Όλοι τότε έκλαιγαν και φώναζαν: “Κύριε, ελέησόν”.

Αφού άλλαξε ρούχα και φόρεσε στεγνά, ο χριστιανός ξεκίνησε για να πάει στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου, να προσκυνήσει και να ευχαριστήσει τον Άγιο για το θαύμα που έκανε. Ο ναός έγινε κατάφωτος και είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος, ρωτώντας ο ένας τον άλλο τι είχε γίνει, και αμέσως το θαύμα έγινε γνωστό.

Μάλιστα, όταν πλησίασαν τον διασωθέντα, πρόσεξαν ότι ευωδίαζε το σώμα του από διάφορα αρώματα. Έκπληκτοι, όλοι δόξασαν τον Θεό και ευχαρίστησαν τον μέγα Ιεράρχη Νικόλαο.

Αυτό το θαύμα του Αγίου έγινε σε λίγες μέρες γνωστό σε όλη την Κωνσταντινούπολη. Έφτασε δε και στα αφτιά του Βασιλιά και του Πατριάρχη. Αμέσως κάλεσαν Ιερά Σύνοδο, καθώς και τον διασωθέντα χριστιανό, ο οποίος στάθηκε μπροστά σε όλους τους συναθροισθέντες Συνοδικούς. Εκείνοι φώναζαν: “Μέγας ει Κύριε, και θαυμαστά τα έργα Σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων Σου!”

Όλοι οι χριστιανοί έκαμαν λιτανεία και αγρυπνία, δοξάζοντας και ευλογώντας τον Θεό, απονέμοντες δε και την πρέπουσα ευχαριστία στον Άγιο Νικόλαο.

Ιερά Μονή Σταυρονικήτα

 

Ο Άγιος Νικόλαος ο Στρειδάς

Στο Άγιον Όρος υπάρχει ένα μοναστήρι, το Σταυρονικήτα, ένα μικρό και φτωχό μοναστηράκι τιμημένο στο όνομα του Αγίου Νικολάου. Αρχικά, το μοναστήρι είχε κτισθεί εις μνήμην του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.

Κατά την εποχή των εικονομάχων, οι καλόγεροι ρίξανε πολλές εικόνες στη θάλασσα για να μην πέσουν στα χέρια των εικονομάχων. Μία από αυτές τις εικόνες ήταν του Αγίου Νικολάου, που βρίσκεται σήμερα στο μοναστήρι του Σταυρονικήτα και θεωρείται μία από τις θαυματουργές εικόνες του Αγίου Όρους.

Κάποτε το μοναστήρι κάηκε από τους κουρσάρους. Ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Παλαιός θέλησε να το ξανακτίσει στο όνομα του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Καθώς οι μαστόροι άρχισαν το κτίσιμο, οι καλόγεροι έριξαν τα δίχτυα στη θάλασσα για να πιάσουν κανένα ψάρι. Όταν τα τράβηξαν, βρήκαν μέσα το θαυματουργό εικόνισμα του Αγίου Νικολάου.

Στο μέτωπό του ήταν κολλημένο ένα στρείδι. Καθώς προσπάθησαν να το ξεκολλήσουν, συνέβη κάτι συγκλονιστικό: έτρεξε αίμα από την πληγή που άνοιξε το στρείδι! Από αυτό το θαύμα ο Άγιος ονομάστηκε «Άγιος Νικόλαος Στρειδάς». Η ονομασία αυτή παραμένει μέχρι σήμερα.

Η εικόνα είναι πολύ παλαιά και δεν είναι ζωγραφιστή, αλλά ψηφιδωτή. Τέτοιες μωσαϊκές εικόνες έχουν φιλοτεχνηθεί σε τοίχους πολλών ναών, όπως στο Δαφνί, στην Αγία Σοφία, στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης και αλλού. Φιλοτεχνημένες όμως σε ξύλινα, μικρά εικονίσματα υπάρχουν πολύ λίγες.

Το παλιό προσκυνητάρι του Αγίου Όρους αναφέρει για την εικόνα αυτή:
“Αύτη η εικών εβγήκε από την θάλασσαν, επειδή και την έρριψαν εις αυτήν κατά τον καιρόν της εικονομαχίας τινές, και από την πολυκαιρίαν όπου έκαμεν εις την θάλασσαν, εφύτρωσεν ένα οστρείδιον εις το μέτωπόν της. Διά τούτο και οστρειδάς καλείται. Είναι δε μετά μωσίου ψηφίδων χρυσών η ιεροϊστορία εγκεκοσμημένη εις κάλλος”.

Μόλις ο Πατριάρχης είδε το θαύμα, αφιέρωσε το καινούργιο μοναστήρι στο όνομα του Αγίου Νικολάου και όχι του Προδρόμου. Το κέλυφος του στρειδιού έγινε δισκάκι για το ύψωμα της Παναγίας στην Αγία Τράπεζα, ενώ το άλλο μέρος έγινε εγκόλπιο και βρίσκεται σήμερα στο σκευοφυλάκιο του Πατριαρχείου Μόσχας. Το θαύμα αυτό συνέβη το 1553.

 

Θαύμα που διηγήθηκε μοναχός της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου

Στη Βέροια της Μακεδονίας υπάρχει Μετόχι της Μονής. Μία-δύο φορές τον χρόνο, πάντοτε το καλοκαίρι, επικοινωνούσαμε δια θαλάσσης με μικρό πλοιάριο της Μονής.

Κάποτε ταξίδευα με δύο αδελφούς προς το Μετόχι. Ανάμεσα στην Κασσάνδρα και στο Πήλιο επικρατούσε μια ασυνήθιστη άπνοια, ενώ εμείς κωπηλατούσαμε κανονικά. Αυτή η εκνευριστική νηνεμία μ’ έβαλε σε σκέψη ότι προμηνύεται μεγάλο κακό. Ζωηρή ήταν η ανησυχία μου, δίχως συγκεκριμένο λόγο, σαν προαίσθημα.

Ενώ οι αδελφοί με παρακαλούσαν να σταματήσουμε για λίγο την κωπηλασία και να ξεκουραστούμε, εγώ τους προέτρεπα να επιταχύνουν, σαν να με παρότρυνε κάτι ότι επίκειται κίνδυνος. Έπρεπε να φτάσουμε το συντομότερο στην ακτή μεταξύ Πηλίου και Ολύμπου. Μια ελαφριά θαλασσινή αύρα μας βοήθησε αρκετά. Φτάσαμε στην ακτή, αποβιβαστήκαμε και τραβήξαμε το πλοιάριο.

Εν τω μεταξύ, ένα μικρό νεφύδριο φάνηκε πάνω από το Πήλιο, που ολοένα μεγάλωνε και μαύριζε, προάγγελος του φοβερού κακού. Τι τρομερό ξέσπασμα ήταν εκείνο που ακολούθησε! Μια σπανιοτάτη θυελλώδης καταιγίδα, μπουρίνα που λένε.

Οι κάτοικοι, μόλις μας είδαν να φτάνουμε, συνέτρεξαν όλοι κατάπληκτοι, απορημένοι. Μας κοίταζαν και σταυροκοπιούνταν, ομολογώντας πως μας γλύτωσε ο Άγιος Νικόλαος.

Μείναμε λίγες μέρες, εφοδιαστήκαμε, παραλάβαμε τα τρόφιμα και αναχωρήσαμε. Μα τι θέαμα ήταν εκείνο όταν επιστρέφαμε! Όπου κι αν περνούσαμε, ναυάγια. Όσα πλοία είχαν αγκυροβολήσει σε λιμάνια που προσβάλλονταν από το Λίβα ή τον Γαρμπή είχαν εξωκείλει ή βυθιστεί. Όλη η νοτιοδυτική πλευρά της Κασσάνδρας, της Σιθωνίας και του Άθωνος είχε προσβληθεί από την καταιγίδα.

Σαν φτάσαμε στο Μοναστήρι, είδαμε ένα συγκλονιστικό θέαμα: ένα λιτοχωρινό πλοίο, γεμάτο ξυλεία, βυθισμένο. Εκεί πλέον αποκορυφώθηκε η συγκίνησή μας…

Αποφεύγοντας τα σχόλια, τονίζω μονάχα εκείνη την αόριστη ανησυχία που είχα στο πηγαιμό. Δεν ήταν όντως έκδηλη και εναργής η επέμβαση του Αγίου;

 

Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

 

Θαύμα από την Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

Κάθε χρόνο, στις 6 Δεκεμβρίου, η Μονή μας επιτελεί την πανήγυρη του Αγίου Νικολάου και προμηθεύεται ψάρια από το Παλούρι της Κασσάνδρας, όπου εδρεύουν συστηματικοί ψαράδες.

Λίγες μέρες πριν την πανήγυρη, στάλθηκε το πλοιάριο της Μονής για να παραλάβει τα ψάρια. Κυβερνήτης ήταν ένας έμπειρος μοναχός, ψημένος στις θάλασσες από κοσμικός, ευλαβέστατος και απλός.

Μα πριν ακόμη επιστρέψει, άρχισαν να πνέουν σφοδροί νοτιοδυτικοί άνεμοι που καθυστερούσαν την αναχώρηση. Η πανήγυρη πλησίαζε, ο καιρός δεν υποχωρούσε και οι άνεμοι ενισχύονταν. Ο μοναχός ανησυχούσε: “Να γίνει πανήγυρη χωρίς ψάρια;”. Αδιανόητο, κατά τη γνώμη του. Αποφάσισε να φύγει μέσα στη θαλασσοταραχή. Του κάκου πάσχιζαν οι άλλοι ψαράδες να τον πείσουν να μην κάνει τέτοιο επικίνδυνο εγχείρημα. Αμετάκλητος ο καλόγερος, όμως.

Ξεκίνησε, έκανε το σταυρό του και έβαλε την εικόνα του Αγίου Νικολάου στο πηδάλιο, λέγοντας:
“Άγιε Νικόλα, βλέπεις τον καιρό. Κάνε το κουμάντο σου, για να μη γίνει η πανήγυρή σου χωρίς ψάρια. Φεύγουμε!”

Και όντως, έκανε το κουμάντο του ο Άγιος. Φτάνοντας πολύ κοντά στο Μοναστήρι, οι πατέρες τον αντιλήφθηκαν και βγήκαν να τον δουν. Σαν γλάρος πετούσε το πλοιάριο πάνω στα κύματα. Πήραν την εικόνα του Αγίου Νικολάου και άρχισαν να δέονται για να προσεγγίσει με ασφάλεια.

Μα κάτω από τέτοιες συνθήκες ήταν εντελώς αδύνατο να προσορμισθεί το πλοιάριο. Αλλά δεν ήταν αδύνατο για τον Άγιο. Ένα πελώριο κύμα σήκωσε ψηλά το σκάφος και το κατέβασε ομαλά-ομαλά μέσα στον αρσανά, στη θέση όπου τοποθετείτο, και κατόπιν υποχώρησε ήρεμα, εκτελώντας το καθήκον του.

Το γεγονός επανηγυρίσθηκε ιδιαιτέρως. Θαυμαστή ήταν τόσο η πίστη του ενάρετου μοναχού, όσο και η υπακοή του Αγίου.

 

Πώς πήρε το όνομά του το χωριό Άγιος Νικόλαος Σολιάς

Το θαύμα που θα αναφέρουμε συνέβη στην Κύπρο πριν πολλά χρόνια. Το χωριό Άγιος Νικόλαος της Σολιάς δεν είχε αρχικά αυτό το όνομα. Ένα θαύμα του Αγίου Νικολάου όμως συγκίνησε τους κατοίκους και τους οδήγησε να δώσουν στο χωριό τους το όνομα του Αγίου.

Ένας γεωργός μια μέρα, ζευγαρίζοντας το χωράφι του, συνάντησε μια δυσκολία: το υνί του αλετριού του πιάστηκε κάτω από μια μεγάλη πέτρα. Με την αξίνα του, την ξέθαψε και την έβγαλε στην επιφάνεια του χωραφιού.

Τότε παρατήρησε ότι η πέτρα είχε μια τρύπα από τη μια άκρη ως την άλλη, φτιαγμένη προμελετημένα. Ο γεωργός σκέφτηκε πως μια τέτοια πέτρα θα του ήταν χρήσιμη και, ξεκινώντας το απόγευμα για το σπίτι του, την κουβάλησε στην αυλή του. Πέρασε από την τρύπα το σκοινί του βοδιού του και το έδεσε εκεί.

Το πρωί, όταν ξύπνησε, βρήκε πεθαμένο το βόδι του και φώναξε τους γείτονες για να τους πει τι συνέβη, γιατί υποψιαζόταν πως η πέτρα μπορεί να ήταν δαιμονική. Οι γείτονες είπαν ότι το βόδι πέθανε από κάποιο χόρτο που είχε φάει και όχι από την πέτρα. Ωστόσο, ο γεωργός επέμενε.

Μια μέρα, ένας γέρος του είπε ότι αυτό που συνέβη ήταν θαύμα του Αγίου Νικολάου, γιατί είχε ακούσει από τον παππού του πως στο μέρος εκείνο που βρήκε την πέτρα υπήρχε ο ναός του Αγίου Νικολάου, ο οποίος είχε καταστραφεί από τους Σαρακηνούς.

Ο γεωργός άρχισε να υποψιάζεται ότι ο γέρος είχε δίκιο. Ένα Σάββατο βράδυ, ο Άγιος Νικόλαος εμφανίστηκε στον ύπνο του και του είπε ότι εκεί που βρήκε την πέτρα βρισκόταν ο θαμμένος ναός του, και ότι έπρεπε να σκάψει για να τον ανακαλύψει.

Την Κυριακή, μετά τη λειτουργία, ο γεωργός ενημέρωσε τους χωριανούς για το όραμα που είδε και τους παρακάλεσε να τον συνοδέψουν στο σκάψιμο. Οι χωριανοί τον ακολούθησαν και προτού δύσει ο ήλιος βρήκαν τους τοίχους του ναού. Συνεχίζοντας, ξέθαψαν ολόκληρο τον ναό με τους τοίχους όρθιους μέχρι τη μέση, μάλιστα ζωγραφισμένους. Πάνω σε έναν τοίχο υπήρχε ζωγραφισμένος ολόσωμος ο Άγιος Νικόλαος.

Οι χωριανοί αποφάσισαν τότε να κτίσουν τον νέο ναό στην ίδια θέση και να ονομάσουν το χωριό τους Άγιο Νικόλαο Σολιάς.

Ο Άγιος Νικόλαος εμφανίζεται στο νεωκόρο

Το παρόν θαύμα, καθώς και το επόμενο, τα αφηγήθηκε η κα Σύλβια Λεωνίδου – Ονησιφόρου από τη Λεμεσό και τα κατέγραψε ο κ. Κυριάκος Νικολαίδης στο βιβλίο “Ο Άγιος Νικόλαος Μύρων της Λυκίας και η Ενορία του στη Λεμεσό” (Έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Λεμεσού).

Ο παππούς μου, δηλαδή ο πατέρας της μητέρας μου, ονομαζόταν Ιωάννης Κυριακίδης. Υπηρέτησε στη μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου ως νεωκόρος για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Ήταν τίμιος, ειλικρινής, ταπεινός και καλός άνθρωπος, αγαπούσε πολύ την Εκκλησία και είχε μεγάλη αδυναμία στον Άγιο Νικόλαο, τον οποίο θεωρούσε πάντοτε προστάτη και βοηθό του.

Η Ιερά Μητρόπολη Κιτίου (η Λεμεσός υπαγόταν στη Μητρόπολη Κιτίου) είχε παραχωρήσει στον παππού μου το ένα από τα δύο σπίτια που υπήρχαν κοντά στην εκκλησία, ακριβώς εκεί όπου στεγάζεται σήμερα το Ενοριακό Κέντρο, και ζούσε εκεί μαζί με τη γυναίκα του, Ελένη. Στο άλλο σπίτι έμενε ο ιερέας με την οικογένειά του.

Ένα βράδυ του χειμώνα, όταν οι βροχές εναλλάσσονταν ασταμάτητα, ξέσπασε μια μεγάλη καταιγίδα – χαλασμός κόσμου. Βροντές ακούγονταν από μακριά και μεγάλες αστραπές έσχιζαν τον ουρανό από ανατολή σε δύση. Βαθύ σκοτάδι επικρατούσε παντού, καθώς ο ουρανός ήταν σκεπασμένος από μαύρα πυκνά σύννεφα, χωρίς φεγγάρι ή άστρα.

Ο παππούς μου είχε πλαγιάσει νωρίς. Περασμένα τα μεσάνυχτα, η γιαγιά μου τον είδε να σηκώνεται από το κρεβάτι και να ρίχνει βιαστικά πάνω στους ώμους του το φτωχικό του σακκάκι, έτοιμος να βγει έξω. Αμέσως τον ρώτησε: “Πού πας, Γιαννή, τέτοια ώρα;”. Ο παππούς, ήρεμος και με σιγανή φωνή, απάντησε:
“Μη φοβάσαι, Ελένη. Ήρθε ο Άγιος Νικόλαος και μου είπε ότι έπεσε η ασημένια εικόνα του κάτω στο πάτωμα της εκκλησίας και πρέπει να την σηκώσω”.

Παρά τις προτροπές της γιαγιάς να μην βγει μέσα σε τέτοια φοβισμένη και βροχερή νύχτα, ο παππούς πήγε γρήγορα στον ναό χωρίς να χάσει λεπτό.Μετά από λίγη ώρα επέστρεψε μούσκεμα, σαν παπί, αλλά πολύ ικανοποιημένος και ευχαριστημένος. Η ασημένια εικόνα του Αγίου Νικολάου ήταν πράγματι πεσμένη στο πάτωμα της εκκλησίας, όπως του είχε πει προηγουμένως ο Άγιος. Την σήκωσε με μεγάλο σεβασμό και ευλάβεια και την τοποθέτησε ξανά στην παντοτινή της θέση. Κάνοντας τον σταυρό του τρεις φορές προσκύνησε τον Άγιο Νικόλαο και, αφού έκλεισε την πόρτα της εκκλησίας, γύρισε μέσα στη βροχή στο κρεβάτι του, ικανοποιημένος γιατί είχε πράξει το καθήκον του στο ακέραιο.

 

Ο Άγιος Νικόλαος φανερώνεται σε ευσεβή χριστιανή

 

Το παρόν θαύμα καθώς και το επόμενο τα αφηγήθηκε η κα Σύλβια Λεωνίδου – Ονησιφόρου από την Λεμεσό και τα κατάγραψε ο κος Κυριάκος Νικολαίδης στο βιβλίο “Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ” (Έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Λεμεσού).

Αρχίζει η αφήγηση… Ο παππούς μου δηλαδή ο πατέρας της μητέρας μου, ονομαζόταν Ιωάννης Κυριακίδης. Υπηρέτησε στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου σαν νεωκόρος περισσότερο από τριάντα χρόνια. Ήταν ένας τίμιος, ειλικρινής, ταπεινός και καλός άνθρωπος και αγαπούσε πάρα πολύ την Εκκλησία και είχε μεγάλη αδυναμία στον Αγιο Νικόλαο. Τον είχε πάντοτε προστάτη και βοηθό του.
Η Ιερά Μητρόπολη Κιτίου (η Λεμεσός υπαγόταν στην Μητρόπολη Κιτίου) είχε παραχωρήσει στον παππού μου το ένα από τα δυο σπίτια που υπήρχαν κοντά στη Εκκλησία, ακριβώς εκεί που στεγάζεται σήμερα το Ενοριακό Κέντρο, και ζούσε μαζί με τη γυναίκα του Ελένη. Στο άλλο σπίτι έμενε ο ιερέας με την οικογένειά του.
Ένα βράδυ του χειμώνα, που βροχές έρχονταν και βροχές έφευγαν, είχε μιά μεγάλη καταιγίδα. Ήταν χαλασμός κόσμου. Βροντές ακούγονταν από μακρυά και μεγάλες αστραπές έσχιζαν τον ουρανό από ανατολή σε δύση. Μεγάλη ερημιά και βαθύ σκοτάδι επικρατούσε παντού. Ούτε φώτα υπήρχαν, ούτε φεγγάρι, ούτε άστρα, γιατί ο ουρανός ήταν σκεπασμένος από μαύρα πυκνά σύννεφα.
Ο παππούς μου είχε πλαγιάσει νωρίς. Περασμένα τα μεσάνυκτα. Η γιαγιά ξαφνικά άκουσε να σηκώνεται από το κρεββάτι του ο παππούς και τον βλέπει να ρίχνει βιαστικά πάνω στους ώμους του το φτωχικό του σακκάκι, έτοιμος να βγεί έξω από το σπίτι. Αμέσως η γιαγιά μου του έβαλε τις φωνές. “Που πας Γιαννή, τέτοια ώρα;” Ο δε παππούς ήρεμος και με σιγανή φωνή απαντά. “Μη φοβάσαι,Ελένη. Ήρθε ο Άγιος Νικόλαος και μου είπε ότι έπεσε η ασημένια εικόνα του κάτω στο πάτωμα της εκκλησίας και θα πάω να την σηκώσω”.
Παρόλες τις προτροπές της γιαγιά να μην πάει μέσα σε τέτοια φοβισμένη και βροχερή νύκτα, εντούτοις ο παππούς πήγε γρήγορα στον ναό χωρίς να χάσει λεπτό.
Μετά από λίγη ώρα επέστρεψε μούσκεμα σαν παπί, αλλά πολύ ικανοποιημένος και ευχαριστημένος. Είχε πράγματι δίκαιο. Η ασημένια εικόνα του Αγίου Νικολάου ήταν πεσμένη στο πάτωμα της εκκλησίας, όπως του είχε πεί προηγουμένως ο Άγιος. Ο παππούς σήκωσε την εικόνα του αγίου με μεγάλο σεβασμό και με πολλή ευλάβεια και την τοποθέτησε ξανά στην παντοτινή της θέση. Κάνοντας το σταυρό του τρείς φορές προσκύνησε τον Άγιο Νικόλαο και αφού κλείδωσε την πόρτα της εκκλησίας, γύρισε μέσα στις βροχές στο φτωχικό του κρεββατάκι, για να συνεχίσει τον ύπνο του,ευχαριστημένος και ικανοποιημένος πλέον, γιατί είχε πράξει στο ακέραιον το καθήκον του.

Θαύμα του Αγίου Νικολάου στη Λεμεσό: Η θεραπεία των ματιών του πατέρα της Ελένης Ηλία

Γύρω στο 1920, όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι, μέναμε στον Άγιο Νικόλαο. Η οικογένειά μας ζούσε σε μεγάλη φτώχεια. Ο πατέρας μου ήταν βοσκός και είχε δικό του κοπάδι. Μια μέρα πήγε να κόψει ξύλα. Κατά τη διάρκεια της εργασίας του, κτύπησε σε ένα σημείο σε ένα δέντρο και «έχασε το φως του» – τυφλώθηκε. Ο κόσμος έλεγε ότι κτύπησε το «τραπέζι του έξω που δαμέ» (του διαβόλου).

Ο πατέρας μου επισκέφτηκε διάφορους γιατρούς χωρίς αποτέλεσμα και πήγε σε πολλές εκκλησίες, αλλά δεν θεραπευόταν. Στο τέλος αποφασίσαμε να περπατήσουμε από τον Άγιο Νικόλαο στην Αγία Βαρβάρα στο Ζακάκι. Εκείνο το βράδυ, στον ύπνο του, του φανερώθηκε ένας Άγιος και του είπε:
«Πήγες σε όλες τις εκκλησίες και κοντά μου δεν ήρθες».

Ο πατέρας μου ρώτησε: «Ποιός είσαι;» Και πήρε την απάντηση:
«Είμαι ο Άγιος Νικόλας. Θέλω να έρθεις έτσι…» λέγοντας και σηκώνοντας τα ράσα του, δείχνοντας τα πόδια του που ήταν καθαρά.

Ο πατέρας μου ζήτησε να του βράσουν νερό και έκανε μπάνιο. Στη συνέχεια επιστρέψαμε μαζί με τα πόδια, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, αυτός, ο αδελφός μου Χαράλαμπος κι εγώ. Το βράδυ ο πατέρας μου κοιμήθηκε μόνος του μέσα στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.

Το άλλο πρωί πήγαμε να τον πάρουμε, αλλά δεν τον βρήκαμε. Ο πατέρας μου είχε γίνει καλά! Ο Άγιος Νικόλαος θεράπευσε τα μάτια του, και όταν ξύπνησε έβλεπε όπως πριν. Επέστρεψε στο σπίτι μας, στη στάνη, πήρε το κοπάδι του και το οδήγησε στη βοσκή.

Όλοι μας δοξάσαμε τον Θεό και τον Άγιο Νικόλαο. Οι «παλιοί» είχαν μεγάλη πίστη, βλέπετε!

 

Θαύμα αιχμαλώτου πολέμου κατά την Τουρκική Εισβολή

Απόσπασμα από την εφημερίδα ΣΗΜΕΡΙΝΗ, 19/7/1998.

Ο αστυφύλακας Πολύδωρος Γεωργιάδης δεν είναι από τους ανθρώπους που λυγίζουν εύκολα. Αντιμετωπίζει τη ζωή με ψυχραιμία και μοναδική νηφαλιότητα. Όταν όμως θυμάται τις 100 μέρες της αιχμαλωσίας του, στα μπουντρούμια των Αδάνων και της Αμάσιας, είναι αδύνατο να κρύψει τα δάκρυά του. Ακόμα περισσότερα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, όταν εξιστορούσε την εμφάνιση του Αγίου Νικολάου μέσα στο κελλί του, στις 5 Σεπτεμβρίου.

Ας αφήσουμε τον ίδιο να αφηγηθεί τι είδε:

“Ενώ κοιμόμουν, στις 10 το βράδυ εμφανίστηκε ο Άγιος Νικόλαος, κρατώντας στο ένα χέρι τη γυναίκα μου, η οποία φορούσε τα ίδια ρούχα με την τελευταία μέρα που την είδα, όταν πιάστηκα αιχμάλωτος, και στο άλλο χέρι ένα μωρό.
‘Να η γυναίκα σου και το αρσενικό μωρό που σου γέννησε’, μου είπε.
‘Ναι, αλλά το τάξαμε στον Απόστολο Ανδρέα’, του απάντησα.
‘Το ξέρω, αλλά να το βαφτίσετε στην εκκλησία μου’, μου είπε ο Άγιος Νικόλαος και εξαφανίστηκε.

Την ίδια στιγμή, είδε την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στο χωριό του, τη Νατά της Πάφου. Μετά από λίγες μέρες, ήρθε στις φυλακές ο Ερυθρός Σταυρός και ο Πολύδωρος έγραψε όσα είδε τη νύκτα της 5ης Σεπτεμβρίου. Οι σημειώσεις του έφτασαν μέσω του Ερυθρού Σταυρού στα χέρια της γυναίκας του, η οποία συγκλονίστηκε και ενημέρωσε όλους τους συγχωριανούς του για την εμφάνιση του Αγίου Νικολάου.

Στις 28 Οκτωβρίου, όταν απελευθερώθηκε, ο Πολύδωρος Γεωργιάδης κατευθύνθηκε αμέσως στη Νατά. Ήταν 1.30 το πρωί και όλοι οι συγχωριανοί του, που είχαν ειδοποιηθεί, βρίσκονταν στο πόδι, ενώ η καμπάνα της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου χτυπούσε χαρμόσυνα.

 

Όλες αυτές οι διηγήσεις, από την Κωνσταντινούπολη και το Άγιον Όρος μέχρι την Κύπρο, καταδεικνύουν τη δύναμη της πίστης και την αδιάλειπτη παρουσία του Αγίου Νικολάου στη ζωή των πιστών του. Μέσα από θαύματα που σώζουν από πνιγμό, θεραπεύουν αρρώστους, προστατεύουν ναυτικούς ή οδηγούν ανθρώπους στην αλήθεια και την ελπίδα, ο Άγιος Νικόλαος φανερώνεται πάντοτε ως αληθινός προστάτης και μεσιτής.

Ανεξάρτητα από τον χρόνο και τον τόπο, οι πιστοί που επικαλούνται τη βοήθειά του βιώνουν την αγάπη, την προστασία και τη θαυματουργική δύναμη αυτού του μεγάλου Ιεράρχη, που συνεχίζει να εμπνέει ευλάβεια και εμπιστοσύνη σε κάθε γενιά. Η πίστη, η ταπεινότητα και η αγάπη προς τον Θεό είναι η γέφυρα που ενώνει τον άνθρωπο με τον Άγιο Νικόλαο, προσφέροντας ελπίδα, παρηγοριά και χαρά.

 

 

Related posts

Άγιος γέρων Παΐσιος: Η Θυσία φέρνει την χαρά

Newsroom

Π. Αυγουστίνος Καντιώτης: Ἂς παρακαλέσουμε σήμερα το Θεό, να έρθει Πνεύμα άγιο στα σπίτια, στα σχολεία, στα δικαστήρια…

Newsroom

Τα Θαύματα του Αγίου Ιωάννη Του Ρώσου