Το μοιρολόι της Ηπείρου: η φωνή που μένει όταν φύγουν εκείνοι που την κρατούσαν. Ο τελευταίος απόηχος μιας παράδοσης που ζει όσο υπάρχει κάποιος να κρατά το έδαφος της μνήμης.
Το μοιρολόι της Ηπείρου: εκεί όπου η φωνή του ανθρώπου γίνεται μνήμη της γης. Ένα ίσο που επιμένει να κρατά το έδαφος της μνήμης, ακόμη κι όταν οι άνθρωποι και τα χωριά σιωπούν. Ο Δρ. Θεοφάνης (Φάνης) Αριτζής γράφει στο GreekAffair.gr για μια παράδοση που ζει όσο υπάρχει κάποιος να την κρατήσει.
Υπάρχει μια στιγμή, σε κάθε ηπειρώτικο μοιρολόι, που δεν την προσέχει όποιος δεν το ξέρει από μέσα. Δεν είναι η μελωδία που σπαράζει, ούτε ο θρήνος που υψώνεται. Είναι το ίσο — εκείνος ο συνεχής, σταθερός τόνος που κρατά η ομάδα από κάτω, το έδαφος πάνω στο οποίο πατά η φωνή που πονά. Χωρίς αυτό, η μελωδία δεν στέκεται.
Και το πιο παράδοξο: αυτό το πιο θεμελιακό κομμάτι είναι και το πιο ταπεινό. Δεν επιδέχεται στολίδι, δεν επιδέχεται αυτοσχεδιασμό, δεν χρειάζεται καν ταλέντο για να το κρατήσεις. Το κρατούν όλοι μαζί. Και ακριβώς εκεί κρύβεται το νόημά του.
Ένα τραγούδι που δεν σώθηκε ποτέ ολόκληρο
Ας ξεκινήσουμε από μια αλήθεια που ξενίζει: δεν έχει διασωθεί κανένα αυθεντικό αρχαίο ελληνικό μοιρολόι. Ό,τι ξέρουμε για τον θρήνο των αρχαίων το ξέρουμε μέσα από τη λογοτεχνία — τον Όμηρο, την τραγωδία, τα επιτύμβια επιγράμματα — δηλαδή μέσα από αναπαραστάσεις, όχι από την ίδια την τελετουργική πράξη. Η ερευνήτρια Vasiliki Kousoulini το διατυπώνει καθαρά: όποιος θέλει να προσεγγίσει τον αρχαίο θρήνο, τον προσεγγίζει αναγκαστικά μέσα από κείμενα γραμμένα για άλλους σκοπούς. Η βαθιά ιστορία του ελληνικού μοιρολογιού είναι, με άλλα λόγια, μια ιστορία από ηχώ — από αντανακλάσεις μιας φωνής που δεν την ακούμε πια απευθείας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα. Ξέρουμε ότι ο θρήνος ήταν ανέκαθεν γυναικεία υπόθεση, οργανωμένη γύρω από μια αναγνωρίσιμη δομή- πχ.η Εκάβη στις Τρωάδες του Ευρυπίδη: άμεση προσφώνηση στον νεκρό, αφήγηση, και πάλι προσφώνηση. Ξέρουμε, επίσης, κάτι που λέει πολλά για τη δύναμή του: από την αρχαϊκή εποχή, η πολιτεία νομοθετούσε για να τον περιορίσει. Οι νόμοι που ρύθμιζαν την έκταση, τη διάρκεια και την ένταση του πένθους δεν θα υπήρχαν αν το μοιρολόι ήταν απλώς ιδιωτική έκφραση πόνου. Το ρύθμιζαν επειδή γεννούσε συλλογικό συναίσθημα ικανό να ταρακουνήσει την τάξη. Η θρηνωδός δεν ήταν απλώς εκείνη που πονούσε περισσότερο· ήταν εκείνη που ήξερε να πενθεί για λογαριασμό των άλλων, μια ειδική με αναγνωρισμένη τέχνη.
Η μοιρολογίστρα ως δημιουργός
Η μεγάλη μετατόπιση στην ανθρωπολογική μελέτη του ελληνικού μοιρολογιού ήρθε όταν οι ερευνητές έπαψαν να το βλέπουν ως ξέσπασμα συναισθήματος και άρχισαν να το βλέπουν ως πράξη. Η Anna Caraveli-Chaves, σε μια μελέτη που όρισε το πεδίο, περιέγραψε το γυναικείο μοιρολόι ως γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους — ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς, αλλά και ανάμεσα στο άτομο και την κοινότητα. Η μοιρολογίστρα δεν αδειάζει απλώς τον πόνο· τον διαμορφώνει, τον συνθέτει, φτιάχνει κάτι την ώρα που θρηνεί.
Είναι, δηλαδή, δημιουργός. Και αυτό αλλάζει τα πάντα. Το μοιρολόι δεν είναι λαογραφικό απόκτημα προς διάσωση σε μια βιτρίνα· είναι ένα σώμα γυναικείας δημιουργίας που σπανίως αναγνωρίστηκε ως τέτοιο. Η Γεωργία Σπύρη, μελετώντας τα χωριά γύρω από το Αργυρόκαστρο, έδειξε πώς το μοιρολόι μεταδιδόταν από μάνα σε κόρη, μέσα στην οικογένεια, ως μια μορφή γυναικείας «θεσμικής» μνήμης που κρατούσε δεκαετίες. Η μετάδοση ήταν σωματική και προσωπική — όχι μέσα από σχολεία και αρχεία, αλλά μέσα από την καθημερινή συμβίωση.

Το τοπίο και η φωνή
Δελεαστικό είναι να πει κανείς ότι τα βουνά, τα φαράγγια και η ομίχλη της Πίνδου «γέννησαν» αυτόν τον ήχο. Είναι όμορφη ιδέα, αλλά η επιστήμη δεν την επιβεβαιώνει — και αξίζει να το πούμε ειλικρινά, γιατί η ελληνικότητα δεν χρειάζεται στολίδια για να σταθεί. Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι πιο συγκεκριμένο και, ίσως, πιο συγκλονιστικό.
Η Πίνδος δεν ήταν ένας απομονωμένος, σφραγισμένος τόπος. Ήταν ένα βαθιά δουλεμένο βουνό, με πληθυσμούς που κινούνταν εποχικά, με τη νομαδική κτηνοτροφία των Βλάχων να το διασχίζει επί αιώνες. Η απομόνωση, με την οποία συχνά ρομαντικοποιούμε την Ήπειρο, δεν περιγράφει σωστά την κοινωνία που κράτησε το μοιρολόι.
Και μετά ήρθε η αλλαγή. Μια μελέτη των Kiziridis και των συνεργατών του, δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό Land, χαρτογράφησε την περιοχή της Πίνδου από το 1945 έως το 2015. Τα νούμερα είναι ωμά: οι καλλιέργειες συρρικνώθηκαν από το 30% στο 3% της έκτασης, ενώ το δάσος επεκτάθηκε από το 22% στο 63%. Η εγκατάλειψη επιταχύνθηκε, κύμα το κύμα, καθώς οι κάτοικοι έφευγαν για τα αστικά κέντρα και το εξωτερικό. Το μοιρολόι δεν έσβησε επειδή ξεπεράστηκε αισθητικά. Έσβησε επειδή άδειασαν τα χωριά.
Να, λοιπόν, η πιο απρόσμενη εικόνα: το κυρίαρχο τοπίο της σημερινής Ηπείρου, στη διάρκεια ζωής της τελευταίας γενιάς που μοιρολογούσε, δεν είναι η ερήμωση και η γύμνια της πέτρας. Είναι το δάσος που ξαναφύτρωσε πάνω από τα χωριά. Η γη ξαναπήρε πίσω τους οικισμούς. Ένας ολόκληρος ηχητικός κόσμος δεν διαβρώθηκε — σκεπάστηκε από βλάστηση.
Το ίσο ως έδαφος της μνήμης
Εδώ επιστρέφουμε στο ίσο, γιατί σε αυτό κρύβεται όλη η ιστορία. Στην πολυφωνία της Ηπείρου, όπως έχει δείξει η εθνομουσικολογική έρευνα, το ίσο δεν είναι η μελωδία αλλά το έδαφος. Το κρατά η ομάδα, όχι ο σολίστ. Δεν επιδέχεται αυτοσχεδιασμό. Είναι το πιο περιορισμένο μέρος της σύνθεσης και ταυτόχρονα το πιο ελεύθερο από την απαίτηση δεξιότητας. Οποιοσδήποτε μπορεί να το κρατήσει.
Και αυτό δεν είναι μουσικολογική λεπτομέρεια. Είναι κοινωνική δήλωση. Η ελευθερία μέσα στη σύνθεση κατανέμεται αντίστροφα από τον αριθμό: οι πολλοί κρατούν το σταθερό, οι λίγοι πετούν από πάνω. Το μοιρολόι, δηλαδή, χρειάζεται κοινότητα για να σταθεί. Χρειάζεται ανθρώπους που θα κρατήσουν μαζί το έδαφος, ώστε πάνω του να ακουστεί η φωνή που θρηνεί.
Ο θεωρητικός Jan Assmann διέκρινε την επικοινωνιακή μνήμη — αυτή που ζει στην καθημερινή αλληλεπίδραση και κρατά όσο κρατά μια ζωντανή μετάδοση — από την πολιτισμική μνήμη, που χρειάζεται θεσμούς, αρχεία, μνημεία για να επιβιώσει. Το ηπειρώτικο μοιρολόι ζούσε ως επικοινωνιακή μνήμη: περνούσε από μάνα σε κόρη, χωρίς ειδικούς και χωρίς ιδρύματα. Όταν η καθημερινή συμβίωση κατέρρευσε — όταν άδειασαν τα χωριά — κατέρρευσε και ο φορέας του. Η επιβίωσή του πλέον εξαρτάται από τη μετάβασή του σε πολιτισμική μνήμη: σε ηχογραφήσεις, σε αρχεία, σε έργα.

Μια έκθεση για ό,τι μένει
Από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά το «The Last Echo — Visualising the Epirotic Lament», η εικαστική ερευνητική δουλειά που ετοιμάζω. Η αφετηρία της δεν είναι ακαδημαϊκή αλλά προσωπική: η γιαγιά μου, η Λένω — η Ελένη Παπαθεοδώρου-Γκανάτσου — μοιρολογούσε. Η μετάδοση διακόπηκε μέσα σε μία γενιά, το ίδιο διάστημα μέσα στο οποίο άδειασαν τα χωριά. Το έργο δεν είναι, λοιπόν, η συνάντηση ενός ξένου με μια άγνωστη παράδοση· είναι η καταγραφή μιας συγκεκριμένης διακοπής, από κάποιον που στέκεται μέσα κι όχι απέναντι σε αυτήν που μελετά.
Η έκθεση στήνεται ως μια διαδρομή προς μία κατεύθυνση. Στο κατώφλι, ο επισκέπτης τραβά μια κάρτα. Πάνω της, ένα υπαρκτό χωριό της Ηπείρου και ο πληθυσμός του σύμφωνα με την απογραφή του 2021 της ΕΛΣΤΑΤ. Άλλοι κρατούν στο χέρι τους ένα χωριό με είκοσι κατοίκους. Άλλοι, ένα χωριό με κανέναν — η Αγία Παρασκευή στο Ανατολικό Ζαγόρι, οι Σπόθοι στον Δήμο Ιωαννιτών, καταγράφουν μηδέν. Το χωριό γίνεται δικό του να το κρατήσει.
Ακολουθεί ένας κύκλος έξι εικαστικών έργων — πέρασμα, τοπίο, εσωτερικό, σχεδόν σβήσιμο. Ύστερα ένα αρχείο από ηχογραφήσεις πεδίου, μαζεμένες στην Ήπειρο: ο Αχέροντας, οι καμπάνες του χωριού, μια φωτιά στο τζάκι, μια ξύλινη πόρτα. Η ακρόαση εδώ λειτουργεί ως τεκμήριο, όχι ως ατμόσφαιρα.
Και στο τέλος, στο πιο σκοτεινό δωμάτιο, ζητείται από τον επισκέπτη ένα μόνο πράγμα: να κρατήσει μία νότα, όσο βαστά μία ανάσα. Όχι να τραγουδήσει. Δεν του ζητείται δεξιότητα, ούτε να υποδυθεί τη μοιρολογίστρα. Του ζητείται να κρατήσει το ίσο — το έδαφος. Και όσο το κρατά, το ηχογραφημένο μοιρολόι επιστρέφει από πάνω του. Η χαμένη φωνή ξαναβρίσκει φωνή μόνο όσο κρατιέται το έδαφος. Ο επισκέπτης δεν παρακολουθεί το πένθος από απόσταση· γίνεται, για μία ανάσα, το έδαφος πάνω στο οποίο επιβιώνει.
Η μηχανή που θυμάται, αλλά δεν τραγουδά
Υπάρχει ένας πειρασμός, στην εποχή μας, να πιστέψουμε ότι η τεχνολογία μπορεί να «αναστήσει» τις φωνές που χάθηκαν. Το «The Last Echo» απαντά με μια διάκριση που θεωρώ κρίσιμη. Τα ψηφιακά και αλγοριθμικά μέσα επιτρέπουν πρωτοφανή ανάκληση, καταλογογράφηση και επανακυκλοφορία του αρχειακού υλικού — κι αυτό είναι πολύτιμο, αληθινά μετασχηματιστικό.
Αλλά υπάρχει ένα κατώφλι που δεν διαβαίνεται υπολογιστικά: το ίσο προϋποθέτει σώμα, πνοή, συμπαρουσία. Ο αλγόριθμος είναι ισχυρός μεσολαβητής και ανεπαρκής φορέας. Το έργο δεν αναπαράγει συνθετικά καμία φωνή — ούτε της Λένως. Αναζητά, αντίθετα, τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία επαναπροσδιορίζει τη μνήμη που κρατάμε, δημιουργούμε και μοιραζόμαστε στον πολιτισμό.
Γιατί το μοιρολόι της Ηπείρου δεν είναι μόνο ελληνικό. Είναι ένα από πολλά μεσογειακά πολυφωνικά είδη που φθίνουν κάτω από τις ίδιες πιέσεις — η ερήμωση των ορεινών κοινοτήτων είναι ευρωπαϊκό φαινόμενο, όχι ελληνική ιδιαιτερότητα. Το ερώτημα που θέτει είναι, τελικά, οικουμενικό: Τι μένει από μια κοινή φωνή, όταν χαθεί η κοινότητα που την κρατούσε; Και ποιος μένει να κρατήσει το έδαφος;
Ίσως αυτή να είναι η πιο βαθιά προσφορά ενός τέτοιου έργου. Όχι να διασώσει το μοιρολόι σαν κειμήλιο, αλλά να θυμίσει ότι η μνήμη δεν διασώζεται μόνη της. Χρειάζεται ανθρώπους πρόθυμους να κρατήσουν, έστω για μία ανάσα, το έδαφος πάνω στο οποίο μια φωνή μπορεί να ξαναειπωθεί.
Ένα όνομα. Μία ανάσα. Ένα έδαφος πάνω στο οποίο επιστρέφει μια φωνή.
Γράφει ο Δρ. Θεοφάνης (Φάνης) Αριτζής: Δημιουργός του εικαστικού ερευνητικού έργου «The Last Echo — Visualising the Epirotic Lament».
Πηγή Greekaffair.gr
