Οι Τρεις Ιεράρχες γιορτάζουν στις 30 Ιανουαρίου και αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες εορτές της Ορθοδοξίας. Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προβάλλονται ως φωτεινά παραδείγματα πίστης, παιδείας και πνευματικής ενότητας, θυμίζοντάς μας ότι η αληθινή γνώση πορεύεται πάντοτε μαζί με τον Θεό.
Στις 30 Ιανουαρίου, η Αγία μας Εκκλησία τιμά και εορτάζει τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών: του Μεγάλου Βασιλείου (+379 μ.Χ.), του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου (+390 μ.Χ.) και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (+407 μ.Χ.). Πρόκειται για εορτή ιδιαιτέρως σημαντική, η οποία θεσπίστηκε για συγκεκριμένο και ουσιαστικό λόγο.
Σε καιρούς όπου η παιδεία απομακρύνεται επικίνδυνα από τον Θεό, με αποτέλεσμα την πνευματική σύγχυση και την απώλεια των ψυχών –ιδίως των νέων– καθίσταται αναγκαία η ύπαρξη σταθερών και φωτεινών προτύπων. Τέτοια πρότυπα αποτελούν οι Τρεις Ιεράρχες. Μπορεί η κοινωνία να μεταβάλλει κατά το δοκούν την πορεία της παιδείας· ωστόσο αληθινό όφελος έχει εκείνος που γνωρίζει το ορθό και το μεταδίδει στις νεότερες γενεές.

Η κοινή αυτή εορτή δεν υπήρχε κατά την πρώτη χιλιετία της Εκκλησίας. Οι τρεις Άγιοι δεν έζησαν απλώς σε κοντινή χρονική περίοδο, αλλά και σε στενή πνευματική συνάφεια, όπως ο Μέγας Βασίλειος με τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Περί το 1100 μ.Χ., κατά τη βασιλεία του Αλεξίου του Κομνηνού, αναφύηκε φιλονικία μεταξύ των πιστών σχετικά με το ποιος από τους τρεις Ιεράρχες υπερείχε. Μία μερίδα υποστήριζε τον Μέγα Βασίλειο, θεωρώντας τον ανώτερο λόγω της βαθιάς θεολογικής του έρευνας περί της φύσεως των όντων και της αγγελικής του αρετής. Τόνιζαν ακόμη την αυστηρότητα του βίου του και τη δυσκολία με την οποία συγχωρούσε τους αμαρτωλούς. Τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο τον έκριναν κατώτερο, επειδή, κατά την άποψή τους, διαφοροποιείτο από τον Μέγα Βασίλειο και έδειχνε επιείκεια προς τον αμαρτωλό, προσελκύοντας τους πιστούς σε μετάνοια με το ήθος του. Η ομάδα αυτή ονομάστηκε Βασιλείτες.
Άλλη ομάδα, οι Ιωαννίτες, πρόβαλλε τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, διότι δίδαξε τον λαό με λόγο απλό και κατανοητό. Τρίτη ομάδα, οι Γρηγορίτες, υποστήριζε ότι ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος υπερείχε, εξαιτίας της κομψότητας και του υψηλού νοήματος των λόγων του, οι οποίοι φανέρωναν σοφία ανώτερη από κάθε ανθρώπινη γνώση. Έτσι, οι Χριστιανοί χωρίστηκαν σε τρεις παρατάξεις και επικράτησε διχόνοια.
Για τον λόγο αυτό, εμφανίστηκε πρώτα ο καθένας από τους Αγίους ξεχωριστά και κατόπιν και οι τρεις μαζί στον επίσκοπο Ευχαΐτων Ιωάννη, ο οποίος βρισκόταν στη Γαλατία και υπαγόταν στη Μητρόπολη Γαγγρών. Ο Ιωάννης ήταν άνθρωπος λόγιος, φωτισμένος και δοκιμασμένος στις αρετές.
Οι Τρεις Ιεράρχες του φανερώθηκαν και του είπαν:
«Εμείς ένα είμαστε κοντά στον Θεό και καμία διαφορά ή διαμάχη δεν υπάρχει μεταξύ μας. Στους καιρούς που ζήσαμε, ο καθένας, κινούμενος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, συνέγραψε διαφορετικές διδασκαλίες. Όσα διδαχθήκαμε από το Άγιο Πνεύμα, αυτά παραδώσαμε για τη σωτηρία των ανθρώπων. Δεν υπάρχει ανάμεσά μας πρώτος ή δεύτερος· όταν ονομάσεις τον έναν, ακολουθούν αμέσως και οι άλλοι δύο. Γι’ αυτό πρόσταξε εκείνους που φιλονικούν να μη χωρίζονται εξαιτίας μας. Διότι σκοπός μας, τόσο όταν ζούσαμε όσο και τώρα που βρισκόμαστε στους ουρανούς, είναι η ειρήνη, η ομόνοια και η καθοδήγηση των ανθρώπων στη γνώση του Θεού. Όρισε μία κοινή ημέρα εορτής για τους τρεις μας και σύνθεσε τα τροπάρια και τα άσματα, όπως σου δίνει σύνεση ο Θεός, και ανήγγειλε στους Χριστιανούς ότι ένα είμαστε κοντά στον Θεό. Και εμείς θα συνεργούμε για τη σωτηρία όσων τιμούν την κοινή μνήμη μας, διότι έχουμε παρρησία και δύναμη ενώπιον του Θεού».
Με τον τρόπο αυτό καθησυχάστηκε ο λαός και αποκαταστάθηκε η ειρήνη και η ενότητα μεταξύ των Χριστιανών. Με θεία φώτιση, ο μακάριος Ιωάννης όρισε την εορτή στο τέλος του μηνός Ιανουαρίου, κατά τον οποίο ήδη εορτάζονταν χωριστά οι τρεις Άγιοι.
Οι Τρεις Ιεράρχες αποτελούν αληθινό πρότυπο παιδείας, διότι όχι μόνο διακρίθηκαν ως σπουδαίοι επιστήμονες της εποχής τους, αλλά έδειξαν έμπρακτα τον αρμονικό τρόπο συνύπαρξης επιστήμης και πίστεως. Παράλληλα, μαρτυρούν ότι μέσα στην Εκκλησία δεν υπάρχουν διακρίσεις και πρωτεία, αλλά όλοι στέκονται ίσοι ενώπιον του Χριστού.
Τέτοια παραδείγματα χρειάζονται οι νεότερες γενεές, διότι δείχνουν τον δρόμο που οδηγεί όλους μας στην αλήθεια. Η μέθοδος και η αποφασιστικότητά τους παραμένουν διαχρονικές.
Στη σημερινή εποχή, όπου η φλόγα της μάθησης –τόσο των επιστημών όσο και της Ορθοδόξου πίστεως– φαίνεται να εξασθενεί, είναι αναγκαίο να στραφούμε εκ νέου στον Ιησού Χριστό και στους Αγίους της Εκκλησίας μας, ώστε να αντλήσουμε δύναμη. Να ανατρέψουμε την αδιαφορία και την πνευματική αφέλεια και να πορευθούμε προς τον αληθινό μας προορισμό, τον Θεό. Μόνον όταν υψώνουμε το βλέμμα μας προς τον Ουρανό μπορούμε να γίνουμε αληθινοί επιστήμονες και πιστά μέλη της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας μας.
Παραπομπές:
-
Μιχ. Γαλάνου, Οι Βίοι των Αγίων, σελ. 115–116.
-
Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής, Τομ. Γ΄, σελ. 201.
-
Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής, Τομ. Γ΄, σελ. 202.

